Βαθαίνει το μισθολογικό χάσμα στην ευρώπη - μπορούν οι συλλογικές συμβάσεις να λειτουργήσουν ως ανάχωμα;
Βαθαίνει το μισθολογικό χάσμα στην Ευρώπη, καθώς οι γυναίκες εξακολουθούν να πληρώνουν το βαρύτερο τίμημα. Όχι μόνο οι αποδοχές τους υπολείπονται αυτών του άλλου φύλου για την ίδια εργασία (στο 12% ο μέσος όρος στην ΕΕ) αλλά και η ένταξή τους στην αγορά αυξάνεται με πολύ πιο αργό ρυθμό σε σύγκριση με τους άνδρες συναδέλφους τους.
Οι επιχειρήσεις οφείλουν να προωθούν αντικειμενικές και ουδέτερες ως προς το φύλο ταξινομήσεις θέσεων εργασίας
Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία για τη Διαφάνεια στις Αμοιβές, που επιχειρεί να αντιμετωπίσει το ζήτημα, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι μισθολογικές τους δομές (όλο το σύστημα που παράγει τις αντίστοιχες κλίμακες) βασίζονται σε αντικειμενική αξιολόγηση θέσεων εργασίας, με βάση την αρχή της εργασίας ίσης αξίας.
Όπως αναφέρει η έκθεση του Eurofound, κεντρικό ρόλο στον καθορισμό των μισθών διαδραματίζουν οι συλλογικές συμβάσεις – από τις οποίες καλύπτεται το 60% των εργαζομένων στην ΕΕ -, οι οποίες αποτελούν έναν δυνητικά ισχυρό μηχανισμό για την προώθηση της μισθολογικής δικαιοσύνης μεταξύ των φύλων.
Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία, τα κράτη-μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι η έννοια της εργασίας ίσης αξίας στην εθνική τους νομοθεσία εφαρμόζεται βάσει τεσσάρων αντικειμενικών παραγόντων (δεξιότητες, προσπάθεια, ευθύνη και συνθήκες εργασίας) και ότι οι εργοδότες υποστηρίζονται και καθοδηγούνται όσον αφορά στην εφαρμογή της.
Επίσης, οι μισθολογικές δομές των επιχειρήσεων πρέπει να συμμορφώνονται με την αρχή της ίσης αμοιβής, βασιζόμενες σε άνευ διακρίσεων, αντικειμενικές και ουδέτερες ως προς το φύλο ταξινομήσεις θέσεων εργασίας.
Επιπλέον, αναγνωρίζεται ρητά ο ρόλος των συλλογικών διαπραγματεύσεων στην εφαρμογή μέτρων για την αντιμετώπιση της μισθολογικής διάκρισης και των αρνητικών συνεπειών της στην αποτίμηση θέσεων εργασίας που εκτελούνται κυρίως από εργαζομένους του ενός φύλου.
Τα κράτη-μέλη ενθαρρύνονται να προωθούν τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων μέσω μέτρων που ενισχύουν τα δικαιώματα συλλογικής διαπραγμάτευσης και στηρίζουν την ανάπτυξη συστημάτων αξιολόγησης θέσεων εργασίας ουδέτερων ως προς το φύλο.
Παράλληλα, προβλέπεται ότι σε περιπτώσεις καταγγελίας για διακρίσεις, ο έλεγχος μπορεί να επεκτείνεται πέραν του μεμονωμένου εργοδότη, ώστε να περιλαμβάνει κάθε ενιαία πηγή καθορισμού μισθολογικών όρων, όπως συλλογικές συμβάσεις που καλύπτουν περισσότερους εργοδότες.
Σίγουρα οι ξεχωριστές μισθολογικές κλίμακες για άνδρες και γυναίκες θα συνιστούσαν προφανή διάκριση, αλλά ακόμα και η ύπαρξη μίας ενιαίας για όλους τους εργαζομένους δεν επαρκεί από μόνη της. Αντιθέτως, το σύστημα αξιολόγησης πρέπει να σχεδιάζεται ή να αναθεωρείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που δεν λαμβάνει υπ’ όψιν το φύλο.
