Όταν μια κυβέρνηση έχει εξαντλήσει κάθε νομιμοποίηση, το μόνο που απομένει είναι αντιθεσμικά παιχνίδια
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι στη χώρα μας αυτή τη στιγμή διαμορφώνονται δύο παράλληλα σύμπαντα στη δημόσια σφαίρα.
Από τη μια, έχουμε το σύμπαν που αφορά το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και ορισμένα μέσα ενημέρωσης που αρνούνται να γίνουν μηχανισμοί κακής προπαγάνδας.
Σε αυτό το Σύμπαν υπάρχουν όλα τα σοβαρά προβλήματα της οικονομίας, όλες οι υπαρκτές ανισότητες, η στεγαστική κρίση, η έκρηξη της ακρίβειας, το άγχος για το μέλλον. Υπάρχει ακόμη η οδυνηρή διαπίστωση ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας έχει επιδοθεί σε μια συστηματική θεσμική παραβατικότητα και έχει καταστήσει τη διαφθορά ενδημικό φαινόμενο, κάτι που φαίνεται και στις αλλεπάλληλες δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Και βέβαια σε αυτό το σύμπαν υπάρχει η επίγνωση ότι η Νέα Δημοκρατία σήμερα εκφράζει μια συμπαγή αλλά σαφώς μειοψηφική εκλογική βάση, πολύ κάτω από κάθε κατώφλι αυτοδυναμίας. Δηλαδή, είναι μια κυβέρνηση σε αποδρομή.
Προφανώς το να υπάρχουν δύο παράλληλα σύμπαντα στη δημόσια σφαίρα, δηλαδή να μην υπάρχει πραγματική συμβατότητα ανάμεσα στους πολιτικούς λόγους των βασικών πόλων της πολιτικής αντιπαράθεσης δεν είναι ένα σπάνιο φαινόμενο. Προκύπτει συχνά από την ιδεολογική πόλωση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παύει να είναι ένα σοβαρό πρόβλημα, πρώτα από όλα γιατί υπονομεύει κάθε δυνατότητα ουσιαστικού διαλόγου.
Γιατί όταν η κυβέρνηση για παράδειγμα απορρίπτει το ενδεχόμενο μιας προανακριτικής επιτροπής για εμπλεκόμενους υπουργούς στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, δεν διατυπώνει απλώς μια άποψη. Εργαλειοποιεί τους θεσμούς ώστε να εξασφαλίσει ατιμωρησία για την παραβατικότητα των δικών της στελεχών.
Και εδώ είναι που αρχίζουν τα σοβαρά προβλήματα για την ίδια τη δημοκρατία στη χώρα. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ότι Νέα Δημοκρατία αναπαράγει το δικό της αφήγημα. Το πρόβλημα είναι ότι βάζει πρωτοφανή εμπόδια στο να κάνουν οι θεσμοί τη δουλειά τους. Δεν βγάζει απλώς ανακοινώσεις, ούτε οι υπουργοί και τα στελέχη τους απλώς κάνουν δηλώσεις μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες που αρνούνται κάθε ανάληψη ευθύνης. Ακυρώνει ταυτόχρονα κρίσιμες θεσμικές λειτουργίες, που είναι αναντικατάστατες για τη δημοκρατία. Από τη μια γιατί δεν αφήνει τη δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της. Από την άλλη γιατί ακυρώνει τη δυνατότητα της Βουλής να εξετάζει σοβαρές υποθέσεις.
Καταλαβαίνω ότι στην κυβέρνηση αυτή τη στιγμή κυριαρχεί μια ιδιότυπη αυταρέσκεια. Ως εάν να πιστεύουν ότι θα μπορέσουν να πάνε έτσι μέχρι τέλους και να εκβιάσουν την παραμονή τους στην εξουσία.
Μόνο που ευτυχώς έχουμε ακόμη δημοκρατία και η λαϊκή ετυμηγορία έχει τον τελευταίο λόγο. Και αυτό που δεν καταλαβαίνουν στο παράλληλο φιλοκυβερνητικό σύμπαν είναι ότι η κοινωνία είναι σε θέση να κατανοήσει ότι το κυβερνητικό αφήγημα μπάζει από παντού και ότι αυτό που κάνει η κυβέρνηση είναι ουσιαστικά απλώς να κλιμακώνει τα παιχνίδια με τους θεσμούς σε μια ύστατη προσπάθεια να ανακόψει την αναπότρεπτη πτώση της. Πράγμα που σημαίνει ότι όλοι οι κυβερνητικοί χειρισμοί είναι επί της πολιτικής ουσίας καταδικασμένοι σε αποτυχία.
Ωστόσο, τα αντιθεσμικά παιχνίδια έχουν πάντα κόστος. Γιατί όσο μεγαλύτερη η χειραγώγηση των θεσμών, τόσο μεγαλύτερη η απώλεια εμπιστοσύνης της κοινωνίας σε αυτούς και, κατά συνέπεια τόσο πιο δύσκολη η προσπάθεια να ανακτήσουν το κύρος τους ύστερα από την αναγκαία πολιτική αλλαγή.
