Κόσμος
3 Απρ 2026
Ερντογάν: Γιατί η Τουρκία στρέφεται στα πυρηνικά - Ο άξονας με Πακιστάν και Σαουδική
Η δήλωση πριν από λίγες εβδομάδες, παραμονές της έναρξης του πολέμου στο Ιράν, του Τούρκου ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν ότι αν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικά «δεν θα είναι δυνατόν οι άλλοι να μείνουν αδιάφοροι», και η αμήχανη άρνησή του να απαντήσει εάν η Τουρκία «θα έπρεπε να αποκτήσει πυρηνικά» (στο CNN Turk) πυροδότησαν τη συζήτηση για το αν πράγματι οι φιλοδοξίες της Τουρκίας και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φτάνουν μέχρι εκεί: στο να αποκτήσει η Τουρκία πυρηνικά όπλα ώστε πλέον να μπορεί να διεκδικήσει τον ηγεμονικό περιφερειακό ρόλο που επιδιώκει ο Τούρκος πρόεδρος και στον οποίο ο μεγάλος ανταγωνιστής, το Ισραήλ, φέρεται να έχει ήδη πυρηνική δυνατότητα, ενώ και το Ιράν βρισκόταν ένα βήμα πριν από την απόκτησή της.
H «ομπρέλα» του ΝΑΤΟ
Η Αγκυρα επί δεκαετίες ένιωθε ασφάλεια λόγω της αποτροπής που προσέφερε η αποθήκευση πυρηνικών όπλων των ΗΠΑ, περίπου 50 βομβών Β-61, στη βάση του Ιντζιρλίκ, βάζοντας έτσι την Τουρκία άμεσα κάτω από την πυρηνική ομπρέλα του ΝΑΤΟ. Σήμερα, οι βεβαιότητες του παρελθόντος ανατρέπονται.
Η αμφισβήτηση της διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην Ευρώπη, η συζήτηση για το μέλλον του ΝΑΤΟ με την προεδρία Τραμπ και η σταδιακή υποχώρηση των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή προκαλούν ανησυχία στην Τουρκία για το κατά πόσο η εγγύηση ασφάλειας που προσφέρει το ΝΑΤΟ θα προστάτευε αξιόπιστα την Τουρκία σε περίπτωση μείζονος κρίσης. Ακόμη και οι συζητήσεις που έχουν ξεκινήσει για επέκταση της γαλλικής πυρηνικής ομπρέλας σε ολόκληρη την Ευρώπη, η οποία προορίζεται να καλύψει και την Ελλάδα, δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία στην Αγκυρα.
Ο σουνιτικός άξονας
Με την αναδιάταξη δυνάμεων στην περιοχή και με την Αγκυρα να συνδέεται πλέον στενά με τη Σαουδική Αραβία και να βρίσκεται και πάλι κοντά με την Αίγυπτο, το ερώτημα είναι πώς οι τρεις μεγάλες μουσουλμανικές χώρες μπορούν να προβάλλουν έναν ισχυρό περιφερειακό σουνιτικό άξονα, όταν απέναντί τους έχουν το Ισραήλ που διαθέτει πυρηνικά και το σιιτικό Ιράν που φιλοδοξεί να αποκτήσει.
Η συμμαχία της Τουρκίας με το Πακιστάν και η υπογραφή αμυντικής συμφωνίας της Σαουδικής Αραβίας με το Πακιστάν δημιούργησαν εύλογα ερωτηματικά για το αν αυτή η αμυντική σχέση μπορεί να οδηγήσει και στη μεταφορά πυρηνικής τεχνολογίας στην Τουρκία πρωτίστως και δευτερευόντως στο Ριάντ.
Το πυρηνικό πρόγραμμα
Η Τουρκία επισήμως δεν έχει εκφράσει επιθυμία για απόκτηση πυρηνικών, εκτός ίσως μιας δημόσιας αναφοράς του Ερντογάν από το 2019, από το βήμα του ΟΗΕ. Τον Οκτώβριο του 2024, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών και ο επικεφαλής της ΜΙΤ Ιμπραήμ Καλίν επισκέφθηκαν τον Νίγηρα, εξασφαλίζοντας μια προσωρινή συμφωνία εξόρυξης. Στα σενάρια που υπήρξαν τότε συμπεριλαμβάνεται και η πρόθεση της Τουρκίας να διασφαλίσει πρόσβαση σε ουράνιο, θέτοντας τα θεμέλια για την ανάπτυξη του κύκλου παραγωγής εμπλουτισμένου ουρανίου.
Αντιδραστήρες και στρατηγική αυτονομία
Η Τουρκία έχει μπει εδώ και καιρό στη διαδικασία χρήσης της πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς, με την ανάπτυξη πυρηνικού αντιδραστήρα με ρωσική συνδρομή. Οι μονάδες του Ακουγιού, στη Μερσίνα, αναμένεται να λειτουργήσουν μέχρι το 2028 και κατασκευάζονται από τη ρωσική Rosatom. Η Νότια Κορέα διαγκωνίζεται τώρα με τη Ρωσία για την κατασκευή τεσσάρων ακόμη πυρηνικών αντιδραστήρων στη Σινώπη, στη Μαύρη Θάλασσα. Κινεζικές εταιρείες έχουν επιδείξει ενδιαφέρον για άλλον πυρηνικό σταθμό κοντά στην Κωνσταντινούπολη.
Σε περιπτώσεις όπως το Ιράν, το πρόγραμμα παραγωγής πυρηνικής ενέργειας χρησιμοποιήθηκε και ως πρόσχημα για την υποστήριξη της μελλοντικής προσπάθειας απόκτησης πυρηνικών όπλων. Η παροχή ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνική παρέχει στην Αγκυρα βασικές υποδομές, τεχνογνωσία και εκπαίδευση, ενώ το πρόγραμμα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κάλυψη για την εισαγωγή εξοπλισμού απαραίτητου για την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Η προοπτική
Η Τουρκία, με το στρατηγικό δόγμα που έχει αναπτυχθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες, επιδιώκει να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία, η οποία δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στη διπλωματία αλλά και στη σκληρή ισχύ. Η προοπτική απόκτησης πυρηνικών δυνατοτήτων ίσως σύντομα να είναι στρατηγική επιλογή για την τουρκική ηγεσία, με τη συνειδητοποίηση ότι η συμβατική υπεροχή δεν προστατεύει από τον πυρηνικό εκφοβισμό.
Μια τέτοια εξέλιξη θα πυροδοτήσει νέα περιφερειακή ένταση, καθώς πρώτο το Ισραήλ θα εναντιωθεί στην ανάπτυξη δεύτερης πυρηνικής δύναμης στη «γειτονιά» του, καθώς δεν θα ήθελε στον ρόλο της πυρηνικής απειλής να αντικατασταθεί το Ιράν από την Τουρκία.