Το υγειονομικό στοίχημα στα κρουαζιερόπλοια
Όσο αυστηρότερα εφαρμόζονται οι κανόνες υγείας και ασφάλειας τόσο περισσότερο μειώνεται ο επαγγελματικός κίνδυνος
Εν τω μεταξύ, μετά την πρόσφατη παγκόσμια υγειονομική κρίση που προκάλεσε ένας άλλος ιός, ο SARS -CoV-2, καταγράφεται μία σταδιακή αλλαγή στρατηγικής για την ασφάλεια της δημόσιας υγείας. Από την, εκ των υστέρων, διαχείριση μιας κρίσης που ξεσπά, η πρόληψη του μέλλοντος καλείται να εντοπίζει τον κίνδυνο πριν αυτός εξελιχθεί σε απειλή.
Κάμερες που καταγράφουν επιβάτες με πυρετό, αισθητήρες που αναζητούν ίχνη ιών σε νεροχύτες και τουαλέτες, συστήματα ελέγχου της ποιότητας του αέρα, αντιμικροβιακές επιφάνειες και φορετές συσκευές που παρακολουθούν δείκτες υγείας είναι ορισμένες από τις τεχνολογίες που θα μπορούσαν να αλλάξουν την επιτήρηση των λοιμώξεων στα κρουαζιερόπλοια. Ωστόσο, ένα κρίσιμο ερώτημα παραμένει: Ακόμη και αν η τεχνολογία είναι διαθέσιμη, οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να τη χρησιμοποιήσουν;
Αυτό ακριβώς το ερώτημα επιχείρησε να απαντήσει το Healthy Ship 4U (HS4U), ένα ευρωπαϊκό ερευνητικό έργο που ολοκληρώθηκε πρόσφατα, έχοντας χρηματοδοτηθεί από το πρόγραμμα Horizon Europe της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στο πλαίσιο των δράσεων Research and Innovation Actions (RIA).
Το έργο ένωσε πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα, οργανισμούς δημόσιας υγείας και τεχνολογικούς εταίρους από πολλές ευρωπαϊκές χώρες – μεταξύ των οποίων και το Ινστιτούτο Πολιτικής Υγείας – με στόχο την ανάπτυξη και αξιολόγηση καινοτόμων λύσεων για την πρόληψη και την έγκαιρη ανίχνευση λοιμωδών νοσημάτων στα κρουαζιερόπλοια.
Στο πλαίσιο αυτό και υπό την επιστημονική καθοδήγηση του καθηγητή Κυριάκου Σουλιώτη, κοσμήτορα της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και προέδρου και επιστημονικού διευθυντή του Ινστιτούτου Πολιτικής Υγείας, πραγματοποιήθηκαν δύο μελέτες, και μάλιστα σε πραγματικές συνθήκες λειτουργίας κρουαζιερόπλοιου, διερευνώντας χωριστά τις απόψεις επιβατών και μελών του πληρώματος. Στόχος τους να αξιολογήσουν συστηματικά την κοινωνική αποδοχή προηγμένων τεχνολογιών δημόσιας υγείας.
Οι καθαριστές αέρα στην καμπίνα και στο σύστημα κλιματισμού συγκέντρωσαν αποδοχή 89,6%, ενώ οι αισθητήρες ποιότητας του αέρα 80,4%. Οι αντιβακτηριακές ή αντιιικές επιφάνειες έγιναν αποδεκτές από 78,3%, ενώ το 75% συμφώνησε με την εγκατάσταση τηλεοράσεων ή οθονών που θα μπορούσαν να παρέχουν οδηγίες σε πραγματικό χρόνο, σε περίπτωση έξαρσης.
Οσο, όμως, η τεχνολογία εισχωρεί στην ιδιωτική σφαίρα των επιβατών τόσο φαίνεται να μειώνεται η αποδοχή. Οι κάμερες που θα μπορούσαν να εντοπίζουν επιβάτες με πυρετό συγκέντρωσαν 64%, οι αισθητήρες για την ανίχνευση ιών σε νεροχύτες και τουαλέτες 61,3%, ενώ τα wearables, όπως ένα smartwatch που θα μπορούσε να χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση δεικτών υγείας, μόλις 45,5%.
Οι ερευνητές, πάντως, έκαναν ακόμη ένα βήμα, αναζητώντας αναλυτικότερες απαντήσεις από εκείνους που προέβαλαν τις ισχυρότερες αντιστάσεις. Τι είπαν; Μεταξύ εκείνων που διαφώνησαν με κάποια από τις λύσεις, το 80,4% ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να παρακολουθείται, ενώ το 72% εξέφρασε ανησυχία για την ασφάλεια των δεδομένων υγείας.
Παράλληλα, περισσότεροι από τους μισούς εξέφρασαν φόβο για πιθανό κοινωνικό στιγματισμό, σε περίπτωση που εντοπιζόταν ότι έχουν κάποια λοίμωξη. Η ηλικία έπαιξε επίσης ρόλο· οι μεγαλύτεροι επιβάτες ήταν λιγότερο πρόθυμοι να αποδεχθούν κάμερες και wearables. Αντίθετα, όσοι ανησυχούσαν περισσότερο ότι θα προσβληθούν από κάποια λοιμώδη νόσο, εμφανίζονταν γενικά πιο θετικοί στις τεχνολογικές λύσεις.
