Το να ανοίξει η εε τις πόρτες της στον καναδά δεν βλάπτει, αλλά δεν θα λύσει την κρίση ασφάλειας στην ευρώπη
Ο μεγαλοπρεπής αυτός τίτλος αποτελεί περισσότερο μια χειρονομία πολιτικής υποστήριξης και αμοιβαίας εκτίμησης παρά οποιαδήποτε μορφή δέσμευσης. Η ΕΕ δεν προβλέπει τη συμπληρωματική ιδιότητα μέλους στις ιδρυτικές της Συνθήκες, επισημαίνει στον βρετανικό Guardian 0 Πολ Τέιλορ, ανώτερος ερευνητής στο European Policy Centre. Όπως εξηγεί, συνάπτει όντως συμφωνίες σύνδεσης με κοντινές χώρες, ορισμένες από τις οποίες τελικά εντάσσονται στην Ένωση. Διαθέτει επίσης συμφωνίες εταιρικής σχέσης, εμπορίου και συνεργασίας με πιο απομακρυσμένους φίλους – είχε μια τέτοια συμφωνία με την Ρωσία, σε πιο… ευτυχισμένες εποχές.
Η παρουσία του Κάρνι στο Στρασβούργο, καθώς και η υποστήριξή του προς τις πρωτοβουλίες της ΕΕ για το ελεύθερο εμπόριο, τη ρύθμιση του τεχνολογικού τομέα και την άμυνα, έκαναν την ΕΕ να φαίνεται πιο ελκυστική σε παγκόσμιο επίπεδο απ’ ό,τι φαίνεται μερικές φορές στα μάτια των εξοργισμένων ευρωπαϊκών εκλογικών σωμάτων, τα οποία είναι διατεθειμένα να ψηφίσουν ευρωσκεπτικιστές και ακροδεξιούς λαϊκιστές στις εθνικές εκλογές του επόμενου έτους.
Η Φον ντερ Λάιεν πρέπει να ελπίζει ότι λίγη από τη λάμψη του Καναδού πρωθυπουργού θα μεταδοθεί στο ταλαιπωρημένο έργο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, το οποίο αντιμετωπίζει αντιξοότητες όχι μόνο από αρπακτικές μεγάλες δυνάμεις και εχθρικές μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, αλλά και από απείθαρχες κυβερνήσεις που διστάζουν να μοιραστούν την εξουσία και να συγκεντρώσουν την κυριαρχία σε ευαίσθητους τομείς όπως η άμυνα.
Η στενότερη συνεργασία με τον Καναδά και άλλες δυνάμεις με παρόμοια νοοτροπία, όπως η Ινδία, η Ιαπωνία, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία, μπορεί να ενισχύσει την παγκόσμια επιρροή της ΕΕ και να συμβάλει στη δημιουργία συμμαχιών για την υπεράσπιση της δημοκρατίας, του ανοιχτού εμπορίου βάσει κανόνων και της ασφάλειας του εφοδιασμού με κρίσιμες πρώτες ύλες. Ωστόσο, δεν μπορεί να μετριάσει τις επείγουσες απειλές που αντιμετωπίζει η Ευρώπη από την ολοένα και πιο απερίσκεπτη ρωσική επιθετικότητα, ούτε να αντικαταστήσει τις εκδικητικές ΗΠΑ, οι οποίες υπό τον Τραμπ φαίνονται αποφασισμένες να αποσυρθούν από την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Παραμένει να δούμε αν όλα τα κράτη μέλη έχουν το θάρρος να διακινδυνεύσουν την κλιμάκωση της σύγκρουσης ανταποδίδοντας τα πυρά στη Ρωσία, ακόμη και αν τέτοιες υβριδικές επιθέσεις αρχίσουν να προκαλούν απώλειες. Τα κράτη μέλη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ που διαθέτουν επιθετικές δυνατότητες στον τομέα του κυβερνοπολέμου θα μπορούσαν να ανταποδώσουν τα πυρά τώρα, προκειμένου να θέσουν κόκκινες γραμμές στη Μόσχα, για παράδειγμα θέτοντας εκτός λειτουργίας ρωσικά ενεργειακά δίκτυα ή αεροδρόμια ως προειδοποίηση. Ωστόσο, πρόκειται για εθνικά μέτρα που είναι απίθανο να συζητηθούν ή να εγκριθούν από κοινού στα συμβούλια του ΝΑΤΟ ή της ΕΕ.
Η άλλη πρωτοβουλία της φον ντερ Λάιεν, η οποία θα αναλυθεί λεπτομερώς σε μια επικαιροποιημένη ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας που αναμένεται τον επόμενο μήνα, ήταν να ζητήσει τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφάλειας – στο οποίο θα συμμετέχουν η Ουκρανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς, παράλληλα με τις δυνάμεις της ΕΕ – για να κατευθύνει την επεκτεινόμενη αμυντική προσπάθεια της ηπείρου.
Η επίσκεψη της φον ντερ Λάιεν στον Καναδά είναι ευπρόσδεκτη, ωστόσο, δεν αποτελεί από μόνη της λύση στα επείγοντα προβλήματα ασφάλειας της Ευρώπης.
