H eurostat διαλύει το αφήγημα μητσοτάκη περί βελτίωσης της ζωής των ελλήνων - αυξήθηκε η φτώχεια από το 2019

H eurostat διαλύει το αφήγημα μητσοτάκη περί βελτίωσης της ζωής των ελλήνων - αυξήθηκε η φτώχεια από το 2019

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Σχεδόν εννέα στους δέκα κατοίκους της Ελλάδας δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα οικονομικά, με το 87,1% να δηλώνει το 2025 ότι αντιμετωπίζει τουλάχιστον κάποια δυσκολία. Το ποσοστό είναι μακράν το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ οι δείκτες που το συνοδεύουν, από το πραγματικό εισόδημα μέχρι τη στέγαση και την πρόσβαση στην υγεία, τοποθετούν τη χώρα σταθερά στο κατώτερο άκρο της ευρωπαϊκής κατάταξης.

Το 27,5% του πληθυσμού της Ελλάδας βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ μετά τη Βουλγαρία – πηγή: Eurostat (πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)

Από το 2022 ως και το 2025, έτη για τα οποία οι πίνακες της Eurostat επιτρέπουν άμεσες συγκρίσεις, οι σχετικοί δείκτες φτώχειας, αποκλεισμού και ανισοτήτων επιδεινώνονται.

Το 2025 το ποσοστό πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα άγγιξε το 27,5%, έναντι 26,3 το 2022. Πρόκειται για το δεύτερο υψηλότερο μετά τη Βουλγαρία (29,8%), η οποία όμως βελτίωσε τη θέση της στο ενδιάμεσο διάστημα.

Για τα παιδιά ως 17 ετών η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη, με τον σχετικό δείκτη να ανέρχεται στο 29,6%, από 28,1% το 2022.

Αναζητώντας παλαιότερα δεδομένα, από τις εκθέσεις της ΕΛΣΤΑΤ, παρατηρούμε επιδείνωση σε κρίσιμους δείκτες καθ’ όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης της ΝΔ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο κίνδυνος φτώχειας (χωρίς τον κοινωνικό αποκλεισμό). Το 2019, με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το 2018, ο κίνδυνος φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (συντάξεις, επιδόματα) ανερχόταν στο 17,9% του πληθυσμού και η παιδική φτώχεια στο 21,1%

Μετά από εφτά χρόνια κυβέρνησης Μητσοτάκη τα φτωχά νοικοκυριά αυξήθηκαν στο 19,6% και η παιδική φτώχεια στο 22,8%.

Το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης είναι το τρίτο χαμηλότερο στην ΕΕ – πηγή: Eurostat

Το διάμεσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα ανήλθε το 2025 σε 13.612 Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (PPS) ανά κάτοικο, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 22.630. Ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι έτσι περίπου 66% υψηλότερος από τον ελληνικό. Χαμηλότερα ποσά καταγράφουν μόνο η Ουγγαρία με 11.958 και η Ρουμανία με 12.861, ενώ στην κορυφή βρίσκονται το Λουξεμβούργο με 37.673, η Αυστρία με 32.002 και η Ολλανδία με 29.714. Οι μονάδες αγοραστικής δύναμης λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές τιμών μεταξύ των χωρών, γι’ αυτό και επιτρέπουν συγκρίσεις της πραγματικής αγοραστικής δυνατότητας. Σε πείσμα των ισχυρισμών του κυβερνητικού εκπροσώπου κ. Σκέρτσου, η Βουλγαρία μας ξεπερνάει σε διάμεσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα, με 14.843 Mονάδες Αγοραστικής Δύναμης.

Η Ελλάδα εμφανίζει τη μεγαλύτερη διολίσθηση στο πραγματικό εισόδημα σε σύγκριση με το 2010, κατά 22,3%, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ το εισόδημα έχει αυξηθεί κατά 25,4%.