Ομόλογα cds: σταυροδρόμι μεταξύ κρίσης και μεγέθυνσης της «πίτας»
Η απότομη άνοδος των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα και η κινητικότητα που αρχίζει να καταγράφεται στα CDS ξυπνούν μνήμες από μια εποχή που η παγκόσμια οικονομία και μαζί της η Ελλάδα πίστευαν πως έχει παρέλθει.
Το 2007, η κρίση ξεκίνησε ως αναταραχή με μια φαινομενικά περιορισμένη επίδραση στο χρέος, προτού εξελιχθεί σε γενικευμένη κατάρρευση εμπιστοσύνης, παρασύρει τράπεζες και οικονομίες και ανοίξει τον δρόμο για την ελληνική κρίση.
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται αυτή τη φορά στο επίκεντρο και διαθέτει πολύ ισχυρότερες άμυνες, αλλά δεν μπορεί να μείνει εντελώς έξω από μια διεθνή αναταραχή. Αυτό που μένει να απαντηθεί είναι εάν οι αγορές προεξοφλούν απλώς μια νέα εποχή υψηλότερων επιτοκίων, χαμηλής ανάπτυξης και υψηλού πληθωρισμού ή εάν πίσω από τον κίνδυνο ενός παγκόσμιου sell-off εμφανίζονται τα πρώτα ρήγματα μιας νέας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Οι διεθνείς αγορές μοιάζουν να βρίσκονται μεταξύ δύο πολύ διαφορετικών σεναρίων, όπως αναφέρεται τις ερμηνείες που δίνουν θεσμικοί φορείς και κορυφαίοι οικονομολόγοι στην απότομη αύξηση που παρατηρείται τις τελευταίες εβδομάδες στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων.
Στο σενάριο αυτό, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται ένα βήμα πριν από την κατάρρευση, καθώς επιχειρήσεις και κράτη θα δυσκολευτούν να αποπληρώσουν τα αυξημένα χρέη τους. Το δεύτερο σενάριο κάνει λόγο για μια επικείμενη αλλαγή στη δομή της παγκόσμιας οικονομίας, διαμορφώνοντας ένα νέο καθεστώς με σαφώς αυξημένα κεφάλαια να κινούνται προς επενδύσεις, που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα των οικονομιών και θα δημιουργήσουν νέο πλούτο.
Ως συνήθως, το πιθανότερο είναι η πραγματική εικόνα να βρίσκεται κάπου στη μέση. Σύμφωνα με ανάλυση της δεξαμενής σκέψης (think tank) Bruegel με έδρα τις Βρυξέλλες, το πιο πιθανό σενάριο είναι ότι τα μακροπρόθεσμα κεφάλαια έχουν γίνει σημαντικά ακριβότερα, καθώς οι επενδυτές στρέφονται σε πιο βραχυπρόθεσμες επιλογές. Το τι θα σημαίνει αυτό για την παγκόσμια οικονομία εξαρτάται, όμως, από πολλούς παράγοντες.
Το μέσο κόστος δεκαετούς δανεισμού των χωρών του G7 έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008. Το γερμανικό δεκαετές ομόλογο κινείται λίγο κάτω από το 3,50%, σε περιοχή όπου δεν έχει βρεθεί από το 2009. Το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει εκτιναχθεί, με την απόδοση του δεκαετούς ομολόγου να αγγίζει το 4,50%. Τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου δεν μένουν αλώβητα, επηρεαζόμενα από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, με την απόδοση του δεκαετούς να κινείται γύρω στο 4,25%.
Οι κυβερνήσεις βλέπουν τις νέες εκδόσεις να ακριβαίνουν και το μεγαλύτερο μέρος των προϋπολογισμών να κατευθύνεται στους τόκους. Ενδεικτικό της ανησυχίας είναι ότι στη Βρετανία εξετάζεται ήδη περιορισμός των πωλήσεων ομολόγων από την κεντρική τράπεζα, προκειμένου να εκτονωθεί η πίεση, ενώ ο λογαριασμός εξυπηρέτησης του χρέους στις χώρες του ΟΟΣΑ εκτιμάται ότι ξεπερνά πλέον τα 2 τρισ. δολάρια.
Στην αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων έχει συμβάλει σημαντικά η γεωπολιτική αβεβαιότητα, με την κρίση στη Μέση Ανατολή να αποδεικνύεται πολύ πιο ανθεκτική από ό,τι αρχικά αναμενόταν, διατηρώντας την τιμή του αργού πετρελαίου Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους, που επηρεάζει περισσότερο την Ευρώπη, έχει αρνητικές συνέπειες στις επενδύσεις σε βιομηχανίες με μεγάλες ενεργειακές ανάγκες, όπως είναι η ΤΝ, αλλά και η άμυνα – δύο τομείς στους οποίους εκτιμάται ότι θα βασιστεί η μελλοντική ανάπτυξη παγκοσμίως.
Ωστόσο, η ανάπτυξη δείχνει για την ώρα ανθεκτική, απομακρύνοντας το σενάριο μιας μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Fed Κέβιν Γουόρς, οι υψηλές αποδόσεις των ομολόγων αντανακλούν την ενίσχυση της οικονομίας. Ανάλυση της Goldman Sachs εκτιμά ότι μέσα στο επόμενο διάστημα θα υπάρχει καλύτερη ορατότητα σε ό,τι αφορά την απόδοση των επενδύσεων στην ΤΝ, μειώνοντας την αβεβαιότητα και δημιουργώντας χώρο για μείωση στις αποδόσεις του κρατικού χρέους.
