Επτά μήνες από τον νόμο για συλλογικές συμβάσεις: τι έχει γίνει και τι όχι - νέα στοιχεία από το υπ. εργασίας
Η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είναι νόμος του κράτους από τον Φεβρουάριο του 2026. Είχε προηγηθεί η υπογραφή της από τους κοινωνικούς εταίρους (ΓΣΕΕΕ και εργοδοτικοί σύνδεσμοι) τον Νοέμβριο του 2025. Χαρακτηρίστηκε ιστορική τομή, που θα ενισχύσει τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων και θα οδηγήσει σε ουσιαστικές αυξήσεις μισθών.
Ποια είναι όμως η πραγματική εικόνα των συλλογικών συμβάσεων, επτά και πλέον μήνες από την ψήφιση του νόμου για την Εθνική Κοινωνική Συμφωνία; Στην Ελλάδα το ποσοστό κάλυψης των εργαζομένων από κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις έχει υποχωρήσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα την τελευταία δεκαπενταετία, στο 19% σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
Η ευρωπαϊκή οδηγία για επαρκείς κατώτατους μισθούς, που ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με τον νόμο 5164/2024, ορίζει ότι το ποσοστό κάλυψης των εργαζομένων από ΣΣΕ σε όλες τις χώρες της ΕΕ πρέπει να είναι τουλάχιστον 80%. Για να πιάσει η Ελλάδα αυτόν τον στόχο, με ένα πλάνο πενταετίας, πρέπει να υπογραφούν ΣΣΕ που να καλύπτουν τουλάχιστον άλλο ένα εκατομμύριο εργαζόμενους και να κηρυχθούν όλες – νέες και παλιές – γενικά υποχρεωτικές. Απευθυνθήκαμε στο υπουργείο Εργασίας για να μας δώσει επίσημα στοιχεία για την πρόοδο που έχει γίνει μέχρι σήμερα.
Ακριβή στοιχεία υπάρχουν μόνο για τις επιχειρησιακές συμβάσεις, οι οποίες καλύπτουν όλο το προσωπικό της εκάστοτε επιχείρησης και αφορούν συνολικά 106.400 εργαζόμενους. Επιπλέον οι δύο ΣΣΕ που επεκτάθηκαν (εστίαση και επιχειρήσεις ζαχαρωδών), εφαρμόζονται υποχρεωτικά στο σύνολο του κάθε κλάδου, καλύπτοντας σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας περί τους 500.000 εργαζόμενους.
Σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία που μας απέστειλε το υπουργείο Εργασίας, από 16.2.2026 και εφεξής, έχουν κατατεθεί οι ακόλουθες ΣΣΕ:
• Βιοτεχνίες-Βιομηχανίες Ζαχαρωδών • Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης • Εστίαση • Οδηγούς τουριστικών λεωφορείων • Προσωπικό Ιδιωτικού Δικαίου στους ΟΤΑ • Τεχνολόγους και Επιστήμονες Τροφίμων • Εργαστήρια ζαχαροπλαστικής • Αρτοποιεία • Επιχειρήσεις καλλυντικών • Δημοσιογράφους Ιδιωτικού Δικαίου στο δημόσιο • Φορτοεκφορτωτές Λαχαναγοράς Αθηνών
Όπως διευκρίνισε το υπουργείο, μόνο δύο κλαδικές ΣΣΕ έχουν επεκταθεί στο σύνολο κάθε κλάδου, με σχετική υπουργική απόφαση (11/5/2026, ΦΕΚ Β΄ 2629):
Μόνο και μόνο από το περίπου μισό εκατομμύριο εργαζόμενους σε εστίαση-ζαχαρώδη, θεωρητικά το ποσοστό κάλυψης από κλαδικές ΣΣΕ θα πρέπει να έχει ανέβει από το 20% στο 40%. Ωστόσο, αν ισχύουν όσα καταγγέλλει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στον Επισιτισμό-Τουρισμό (ΠΟΕΕΤ), βρισκόμαστε ακόμα πολύ μακριά και από αυτό. Όπως αναφέρει κατά τη διάρκεια της τουριστικής σεζόν κορυφώθηκαν τα φαινόμενα εργοδοτικής παραβατικότητας, με συστηματική καταστρατήγηση τόσο των κλαδικών συμβάσεων εργασίας όσο και της εργατικής νομοθεσίας. Για παράδειγμα, σε πολλές περιπτώσεις την κάρτα εργασίας δεν τη χτυπάει ο ίδιος ο εργαζομενος, αλλά τα γραφεία προσωπικού των ξενοδοχείων και των επιχειρήσεων εστίασης, αλλοιώνοντας τον πραγματικό χρόνο εργασίας των εργαζομένων και με αυτό τον τρόπο χάνονται υπερωρίες, προσαυξήσεις και ημέρες ανάπαυσης. Η ΠΟΕΕΤ υποστηρίζει ότι από τις 80.000 επιχειρήσεις του κλάδου της εστίασης, μόνο το 5% εφαρμόζει πλήρως την κλαδική Συλλογική Σύμβαση.
Ο μαζικότερος κλάδος του ιδιωτικού τομέα είναι το εμπόριο (χονδρική-λιανική) στο οποίο εκτιμάται ότι απασχολούνται περισσότερα από 700.000 με 740.000 άτομα. Οι περισσότεροι είναι μισθωτοί εργαζόμενοι στο λιανεμπόριο, περίπου 330.000 άτομα. Οι υπόλοιποι είτε εργάζονται στη χονδρική, είτε είναι αυτοαπασχολούμενοι ή βοηθοί σε οικογενειακή επιχείρηση, καθώς η πλειονότητα των επιχειρήσεων είναι ατομικές.
Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, οι εργαζόμενοι διεκδικούν κλαδική συλλογική σύμβαση, με αύξηση στον βασικό μισθό του εμποροϋπάλληλου στα 1.000 ευρώ με προσαύξηση 10% για κάθε τριετία. Ζητούν κατοχύρωση των ειδικοτήτων και επαναφορά όλων των επιδομάτων που ίσχυαν κατά την τελευταία σύμβαση που βρισκόταν σε ισχύ (δηλαδή το 2012). Η εργοδοτική πλευρά επιμένει σε χαμηλότερες αυξήσεις ενώ υπάρχει διαφωνία και στα επιδόματα.
