←
Αμερικανικά ομόλογα: το «γρήγορο χρήμα» και η ανησυχία του υπουργείου οικονομικών

Αμερικανικά ομόλογα: το «γρήγορο χρήμα» και η ανησυχία του υπουργείου οικονομικών

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Η προειδοποίηση ήλθε σε ανύποπτο χρόνο. Πέρυσι το καλοκαίρι o επικεφαλής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, Pablo Hernández de Cos, υπογράμμισε ότι ο συνδυασμός υψηλού χρέους και αυξανόμενου ρόλου των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (NBFIs), όπως τα hedge funds, στις αγορές ομολόγων θέτει νέους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Η γαλλική αγορά χρέους αισθάνθηκε έντονα την παρουσία τους καθώς κλιμακώνονται οι αποδόσεις με τους επενδυτές να αποδίδουν την κλίμακα και την ταχύτητα των κινήσεων στην εκκαθάριση θέσεων από τα hedge funds.

Για τον Anshul Pradhan, επικεφαλής της στρατηγικής επιτοκίων των ΗΠΑ στην Barclays Plc, πρόκειται για μια συμπεριφορά που αποκαλύπτει το πραγματικό κόστος του χρήματος για τις ΗΠΑ.

Στο πλαίσιο του φετινού sell off των ομολόγων, η μεταβολή αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Αν και οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε παράγοντες, όπως η άνοδος των τιμών του πετρελαίου καθώς και οι βελτιωμένες προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης, η ανατιμολόγηση έχει αναζωπυρώσει τις ανησυχίες σχετικά με τη δημοσιονομική πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης. Επίσης, αυξάνει το κόστος δανεισμού για εταιρείες και ιδιώτες.

Σε αντίθεση με τις ξένες κεντρικές τράπεζες, οι οποίες συνήθως αγοράζουν κρατικά ομόλογα για να διαχειριστούν τα εθνικά αποθέματα και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, οι ιδιώτες επενδυτές έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να ξεφορτωθούν τα κρατικά ομόλογα υπέρ των εταιρικών ομολόγων ή των μετοχών. Η Fed, εν τω μεταξύ, δεν αγοράζει πλέον ομόλογα όπως έκανε στο πλαίσιο του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης.

Σύμφωνα με το Bloomberg Economics η μείωση των χαρτοφυλακίων ομολόγων του Δημοσίου που κατείχαν η Fed και ξένες κεντρικές τράπεζες οδήγησε, σε κάποιο σημείο, σε αύξηση της πριμοδότησης διάρκειας κατά περίπου 105 μονάδες βάσης, δηλαδή της επίσης απόδοσης που απαιτούν οι επενδυτές ως αντάλλαγμα για τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν κατέχοντας 10ετή αμερικανικά ομόλογα, αντί να ανανεώνουν απλώς τίτλους βραχυπρόθεσμης διάρκειας για το ίδιο χρονικό διάστημα.

Μια άλλη βασική πηγή ζήτησης για ομόλογα μακράς διάρκειας ενδέχεται να εξασθενεί, τώρα που οι διαχειριστές των εταιρικών συνταξιοδοτικών ταμείων διαθέτουν περισσότερα από τα απαραίτητα κεφάλαια για να πληρώσουν τους συνταξιούχους τους και συχνά δεν δέχονται νέα μέλη.

Σύμφωνα με τον δείκτη Milliman 100 Pension Funding Index, τα εταιρικά συνταξιοδοτικά ταμεία διέθεταν συνολικά περίπου το 114% της απαιτούμενης χρηματοδότησης τον Σεπτέμβριο. Τον Ιούλιο του 2020, η χρηματοδότηση αυτών των λογαριασμών ήταν μόλις 82%. Καθώς σημείωναν κέρδη στη χρηματιστηριακή αγορά, είχαν κίνητρο να περιορίσουν τους κινδύνους τους στρέφοντας τις επενδύσεις τους σε ομόλογα, των οποίων τα προβλεπόμενα έσοδα μπορούν να αντιστοιχιστούν στενά στις μελλοντικές υποχρεώσεις τους έναντι των συνταξιούχων.

Ο Τζέισον Γουίλιαμς, αναλυτής επιτοκίων στην Citigroup Inc., εκτιμά ότι η μειούμενη ζήτηση από τα συνταξιοδοτικά ταμεία ενδέχεται να ωθήσει το Υπουργείο Οικονομικών να μειώσει τις πωλήσεις μακροπρόθεσμων ομολόγων υπέρ της μεγαλύτερης έκδοσης βραχυπρόθεσμων ομολόγων.

Οι ερευνητές της Fed επισήμαναν την αύξηση των τοποθετήσεων των hedge funds σε αμερικανικά ομόλογα, καθώς τα κεφάλαια αυτά τετραπλασίασαν τη θέση τους μεταξύ 2012 και 2025, ώστε να αποτελούν σχεδόν το ένα πέμπτο των περιουσιακών τους στοιχείων. Η απορρόφηση του αμερικανικού δημόσιου χρέους από τα hedge funds ξεπέρασε αυτή των άλλων Αμερικανών πιστωτών, με αποτέλεσμα τα κεφάλαια αυτά να κατέχουν περίπου το 8,5% — ή περίπου 2,7 τρισεκατομμύρια δολάρια — των εκκρεμών ομολόγων του Δημοσίου στα τέλη του περασμένου έτους.