6+1 στοιχεία που δεν χωρούν στο κυβερνητικό «success story» της ανεργίας
Η κυβέρνηση παρουσιάζει την αποκλιμάκωση της ανεργίας ως το απόλυτο success story της αγοράς εργασίας. Και πράγματι, ο δείκτης της ανεργίας έχει υποχωρήσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Αυτό όμως είναι ένα μέρος της εικόνας, όχι ολόκληρη η εικόνα. Γιατί η κατάσταση στην αγορά εργασίας δεν κρίνεται μόνο από το πόσοι έχουν δουλειά. Κρίνεται από το τι δουλειά έχουν, με τι μισθό και με ποιους όρους, πόση συλλογική δύναμη διαθέτουν και ποιο μέρος του πλούτου που παράγουν επιστρέφει στην εργασία.
Και σε αυτά τα ερωτήματα, το κυβερνητικό success story γίνεται πολύ λιγότερο πειστικό.
Η ΝΔ παρέλαβε το 2019 μια αγορά εργασίας στην οποία η μείωση της ανεργίας και η αύξηση της απασχόλησης είχαν ήδη εδραιωθεί επί των ημερών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ — και μάλιστα μέσα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και ασφυκτικών δημοσιονομικών περιορισμών. Ειδικότερα, μέσα σε τέσσερα χρόνια, από τον Αύγουστο του 2015 έως τον Αύγουστο του 2019, η ανεργία υποχώρησε από 24,6% σε 17,4% και οι απασχολούμενοι αυξήθηκαν κατά περίπου 282.000, με βάση την τρέχουσα εποχικά διορθωμένη σειρά. (Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ — Έρευνα Εργατικού Δυναμικού)
Η αποκλιμάκωση συνεχίστηκε μετά το 2019, με την ανεργία να φτάνει στο 7,4% τον Αύγουστο του 2026, αυτή τη φορά όμως σε ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο διαθέσιμων πόρων και δημοσιονομικών ευελιξιών, από τη γενική ρήτρα διαφυγής έως τα σχεδόν 36 δισ. ευρώ του εγκεκριμένου σχεδίου του Ταμείου Ανάκαμψης. (Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ — ανεργία Αυγούστου 2026 )
Επομένως, η αύξηση της απασχόλησης ούτε ξεκίνησε το 2019 ούτε αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει ένα νέο success story. Γιατί το κρίσιμο δεν είναι μόνο πόσοι εργάζονται, αλλά και πώς μοιράζεται ο πλούτος που παράγουν ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσιαστική διαφοροποίηση. Οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας αντιστοιχούσαν στο 36,8% του ΑΕΠ το 2019 και στο 36,2% το 2025. Η απασχόληση αυξήθηκε και η οικονομία μεγάλωσε, χωρίς όμως να ενισχυθεί αντίστοιχα η συμμετοχή της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο. Για σύγκριση, το 2025 ο αντίστοιχος δείκτης ήταν 48,0% στην ΕΕ και η Ελλάδα είχε τη δεύτερη χαμηλότερη τιμή μετά την Ιρλανδία. (Πηγές: Eurostat — labour market overview 2025)
Η μείωση της ανεργίας δεν αρκεί για να θεωρηθεί κοινωνική πρόοδος όταν η ίδια η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση. Στην Ελλάδα σχεδόν ένας στους δέκα εργαζόμενους ηλικίας 18–64 ετών βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας, ποσοστό 9,7% (ΕΛΣΤΑΤ, EU-SILC, έρευνα 2025, εισόδημα αναφοράς 2024). Το ποσοστό ήταν 9,1% για εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης και 21,4% για εργαζόμενους μερικής απασχόλησης. (Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ — κίνδυνος φτώχειας εργαζομένων 2025)
Και αυτό συμβαίνει σε μια χώρα όπου οι πραγματικές αμοιβές παραμένουν καθηλωμένες. Ο μέσος ετήσιος πραγματικός μικτός μισθός πλήρους απασχόλησης ήταν 18.818 ευρώ το 2019 και 18.801 ευρώ το 2025, σε σταθερές τιμές 2025. Έξι χρόνια μετά, δηλαδή, ο μέσος εργαζόμενος δεν έχει ουσιαστικά κερδίσει αγοραστική δύναμη από τον μισθό του. Και η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη στις βασικές ανάγκες: σε σχέση με το 2020, το επίπεδο τιμών στα τρόφιμα έχει αυξηθεί κατά περίπου 33% και στη στέγαση κατά περίπου 27% έως το 2025 (ΕΛΣΤΑΤ, ΔΤΚ, έτος αναφοράς 2025, βάση 2020=100). (Πηγές: ΟΟΣΑ — Average annual wages , ΕΛΣΤΑΤ — Greece in Figures 2026 Q2 )
Άρα το success story δεν μπορεί να μετριέται μόνο με το πόσοι μπήκαν στην εργασία. Πρέπει να μετριέται και με το αν ο μισθός τους επιτρέπει πράγματι να ζουν καλύτερα. Και σε αυτό το μέτωπο, η απόσταση από το 2019 παραμένει.
Η κυβέρνηση δεν καθορίζει κάθε μισθό. Καθορίζει όμως το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο μισθός διαπραγματεύεται. Και όταν η συλλογική διαπραγμάτευση παραμένει αδύναμη, ο εργαζόμενος καλείται να διαπραγματευτεί μόνος απέναντι σε μια εξ ορισμού ισχυρότερη πλευρά.
Στην Ελλάδα δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη επικαιροποιημένη εθνική μέτρηση της κάλυψης από συλλογικές διαπραγματεύσεις. Η τελευταία συγκρίσιμη τιμή που δημοσιεύει η Eurofound είναι 13,1% και αφορά το 2017 χωρίς να έχει αναφερθεί νεότερη τιμή για τη χώρα. Η απόσταση από το ευρωπαϊκό πλαίσιο είναι τεράστια. Η Οδηγία 2022/2041 θέτει το 80% ως κρίσιμο όριο: όταν η κάλυψη βρίσκεται χαμηλότερα, το κράτος οφείλει να καταρτίζει σχέδιο δράσης για την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Το 2026 υποβλήθηκε σχέδιο δράσης έως το 2030, το οποίο προβλέπει ψηφιακή καταγραφή της κάλυψης και τριμερή μηχανισμό παρακολούθησης.( Πηγές: Eurofound — coverage rates · Ευρωπαϊκή Επιτροπή — σχέδιο δράσης Ελλάδας · Οδηγία 2022/2041)
