Μα γιατί οι ηπα χάνουν στους πολέμους; - καθηγητής του χάρβαρντ απαντάει στο αίνιγμα
Παρότι οι ΗΠΑ διαθέτουν τον ισχυρότερο στρατό στον πλανήτη, με προϋπολογισμούς στην άμυνα που αγγίζουν το 1 τρισ. δολάρια, εδώ και δεκαετίες καταγράφουν ένα εντυπωσιακό ιστορικών ηττών, με πιο πρόσφατη -όπως φαίνεται αυτή- με το Ιράν. Μήπως τα αμερικανικά στρατεύματα δεν αποδίδουν λόγω μειωμένης… τεστοστερόνης, στην οποία έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ; Σε καμία περίπτωση.
Αντιθέτως, οι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους οι ΗΠΑ εξακολουθούν να χάνουν πολέμους είναι στρατηγικοί και δομικοί, σύμφωνα με τον ειδικό.
Όπως εξηγεί, η πατρίδα του επιλέγει να διεξάγει πολέμους με εξαιρετικά φιλόδοξους στόχους, οι ο οποίοι παράλληλα δεν εξυπηρετούν ευρύτερα τα αμερικανικά συμφέροντα, όπως για παράδειγμα. Ένας τέτοιος στόχος, για παράδειγμα, είναι η προσπάθεια αναμόρφωσης μιας ξένης κοινωνίας κατ’ εικόνα των ΗΠΑ.
Έτσι, ο Γουόλτ προσθέτει πως υπό αυτές τις συνθήκες, είναι αναμενόμενο οι αντίπαλοι να είναι πολύ πιο πρόθυμοι να κάνουν θυσίες από ό,τι οι ΗΠΑ.
Τα παραδείγματα που παραθέτει είναι όντως αποκαλυπτικά. Όταν στον Πόλεμο της Κορέας (1950-1953) η Κίνα θεώρησε τις αμερικανικές προσπάθειες για ενοποίηση της χερσονήσου υπαρξιακή απειλή, ενεπλάκη θυσιάζοντας τουλάχιστον 200.000 στρατιώτες και ο πόλεμος κατέληξε ουσιαστικά ισοπαλία.
Στο Βιετνάμ, οι ΗΠΑ βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον σφοδρό εθνικισμό του βιετναμέζικου κομμουνιστικού κινήματος, που προηγουμένως είχε συντρίψει τους Γάλλους αποικιοκράτες και εν τέλει αποδείχθηκε αδύνατο να εξαλειφθεί.
Η μοναδική ίσως φορά που οι αμερικανικοί στόχοι ήταν απολύτως ανάλογοι με τα αμερικανικά συμφέροντα, ήταν ο Πόλεμος του Κόλπου το 1991, σύμφωνα με τον καθηγητή.
Ίσως όμως η αμερικανική ισχύς να είναι και παγίδα, όπως φαίνεται να υπονοεί ο Αμερικανός καθηγητής, καθώς όπως λέει δεν είναι εύκολο για μια υπερδύναμη να ευθυγραμμίσει τα συμφέροντα και τους στόχους της.
Γιατί εξακολουθεί να συμβαίνει αυτό σήμερα; Ένας από τους λόγους, διαπιστώνει ο Γουόλτ είναι η συνεχιζόμενη απροθυμία της αμερικανικής ελίτ της εξωτερικής πολιτικής να λογοδοτήσει και να διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος. Φέρνει μάλιστα ως παράδειγμα τον νεοσυντηρητικό αναλυτή Ρόμπερτ Κέιγκαν ένας από τους πλέον εξέχοντες δημόσιους υποστηρικτές του πολέμου στο Ιράκ το 2003.
Όσο η απροθυμία να παραδέχονται λάθη και να αναλαμβάνουν την ευθύνη παραμένει διαδεδομένη στους κύκλους της εξωτερικής πολιτικής οι Αμερικανοί θα πρέπει να συνηθίσουν στην απογοήτευση, καταλήγει ο καθηγητής στο Χάρβαρντ.
