Να τη λέμε με το όνομά της: γυναικοκτονία
Η νομική αναγνώριση του εγκλήματος της γυναικοκτονίας, είτε μιλάμε για τη συμπερίληψή του στον ποινικό κώδικα ως αυτοτελούς αδικήματος είτε για κάποια άλλη ρύθμιση που θα αποτυπώσει σαφέστερα το έμφυλο κίνητρο στο ποινικό δίκαιο, είναι ένα σύνθετο ζήτημα και έχουν διατυπωθεί διάφορα τεχνικά επιχειρήματα υπέρ και κατά. (Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η οποία έχει εν τέλει ταχθεί υπέρ μιας ήπιας νομοθετικής ρύθμισης, έχει συντάξει σχετική έκθεση, όπου κάθε ειλικρινά προβληματισμένος άνθρωπος μπορεί να αντλήσει έγκυρες πληροφορίες.)
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια ουδόλως τεχνική αλλά βαθιά ιδεολογική άρνηση. Την άρνηση ότι οι ανθρωποκτονίες γυναικών εξαιτίας του φύλου τους ανήκουν σε μια εμπειρία αποκλειστικά γυναικεία, μια εμπειρία που δεν έχει παρόμοιο ή αντίστοιχο, και εντάσσονται σε ένα συνεχές βίας και κακοποίησης, ως οι πλέον ακραίες εκφάνσεις του.
Τη λέω ιδεολογική διότι αποτελεί τη μόνη εξήγηση για το γεγονός ότι όσοι αντιστέκονται ακόμη και στη δημόσια χρήση — πόσο μάλλον στην όποια θεσμοθέτηση — του όρου γυναικοκτονία, δεν κάμπτονται στο ελάχιστο από τις πανθομολογούμενες πλέον αφηγήσεις των γυναικών ανάμεσά μας ότι στη συντριπτική τους πλειονότητα έχουν υποστεί έστω μια εμπειρία απειλής ή εκφοβισμού από άντρα, τουλάχιστον σε κάποια στιγμή της ζωής τους. Δεν σταματούν λεπτό μπροστά σε κάτι που εμένα μου φαίνεται συντριπτικό: το γεγονός ότι ο μισός πληθυσμός της χώρας — ακριβέστερα: του πλανήτη — φοβάται ότι ο άλλος μισός θα του κάνει κακό. Και είναι ένας φόβος οριζόντιος, όσο και να ποικίλουν οι επιμέρους συνθήκες, αγγίζει ανά διαστήματα όλες τις γυναίκες και αφορά όλους τους άντρες, πλούσιες, φτωχούς, μορφωμένες, αναλφάβητους, ισχυρές, ανίσχυρους. Είναι μια οριζόντια τομή σε κάθε κοινωνία.
Και έχουν, βέβαια, λόγο να φοβούνται. Καθεμία από τις γυναικοκτονίες — περισσότερες από μία τον μήνα στη χώρα μας — είναι η απόληξη μιας λιγότερο ή περισσότερο μακράς περιόδου ψυχολογικού, σωματικού και οικονομικού ελέγχου, ψυχολογικής, σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης, μέσα στην οποία πολύ συχνά υπάρχουν απόπειρες του θύματος να ζητήσει βοήθεια, οι οποίες έχουν διαψευστεί.
Το να λέμε τη γυναικοκτονία με το όνομά της σημαίνει να αναγνωρίζουμε αυτή την πραγματικότητα. Και γι’ αυτό λέω ότι όσοι αντιστέκονται, αντιστέκονται σ’ αυτή την αναγνώριση και όχι σε μια κάποια τεχνική περιπλοκότητα της νομοθέτησης, αντιστέκονται στο ότι ο όρος γυναικοκτονία έχει πρωτίστως παιδευτικό και όχι τιμωρητικό στόχο, στοχεύει να αλλάξει τον τρόπο, τη γλώσσα της συζήτησης.
Τότε γιατί, θα ρωτήσει κανείς, παίρνει αυτό το ζήτημα (και) τη μορφή αιτήματος για νομική αναγνώριση;
Ο νόμος δεν είναι ποτέ κάτι ουδέτερο. Ο νόμος είναι εργαλείο άσκησης πολιτικής. Και μέχρι στιγμής, όταν δεν ευνοεί ευθέως τους κακοποιητές και τους γυναικοκτόνους, δεν κάνει αρκετά προς την κατεύθυνση της προστασίας, της χειραφέτησης και της ελευθερίας.
Γυναικοκτονία. Να τη λέμε με το όνομά της. Στον δημόσιο λόγο, στα ΜΜΕ, στον νόμο. Παντού.
