Ο «αδωνισμός» ως τακτική στοχοποίησης: πως και γιατί ο κυριάκος μητσοτάκης θέλει να πλήξει τον αλέξη τσίπρα
Συνέβησαν και άλλα πράγματα το 2019 κατά την περίοδο της ψήφισης του νέου ποινικού κώδικα, που επίσης ο κ. Γεωργιάδης -όπως και η ΝΔ- αν και τα ξέρουν, τα αφήνουν επιμελώς στην άκρη. Όπως για παράδειγμα ότι την αναμόρφωση του ποινικού κώδικα (έπειτα από πολλά χρόνια) είχε αναλάβει αρκετούς μήνες πριν, ειδική πολυμελής νομοπαρασκευαστική επιτροπή που αποτελείτο από τους πιο έγκριτους νομικούς της χώρας. Και όπως αναφέρουν από το περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού (και αυτά δεν είναι μυστικά, έχουν γραφτεί επανειλημμένα σε ρεπορτάζ της εποχής), η συγκεκριμένη επιτροπή συνεδρίαζε και διαβουλεύθηκε επι μήνες με επικεφαλής τον εξαίρετο νομικό Χριστόφορο Αργυρόπουλο, προκειμένου να καταλήξει στο συγκεκριμένη νομοθετική πρόταση.
Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Αλέξης Τσίπρας έκρινε σκόπιμο να ψηφιστεί στο χρόνο που αρχικά ήταν προγραμματισμένη και να μην πάει στις καλένδες μετά την απόφασή του να πάει σε πρόωρες κάλπες. Την μεταρρύθμιση δε αυτή την εξήρε τότε σχεδόν σύσσωμος ο νομικός κόσμος της χώρας και υπερψηφίστηκε στη Βουλή όχι μόνο από τους βουλευτές της τότε πλειοψηφίας αλλά και από στελέχη του ΠΑΣΟΚ (υπέρ ψήφισε ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος) και το Ποταμιού.
Ουδείς για παράδειγμα μπορεί να αμφισβητήσει ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι η μοναδική στη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας που έφυγε αφήνοντας γεμάτα ταμεία (37 δις. Ευρώ) από το υστέρημα και τις θυσίες του ελληνικού λαού. Ούτε η ίδια η κυβέρνηση της ΝΔ διανοήθηκε να αμφισβητήσει αυτή την πραγματικότητα, την ώρα που τον Ιανουάριο του 2015 και εν μέσω τεράστιας οικονομικής κρίσης η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ παραλάμβανε άδεια ταμεία από τη γαλάζια κυβέρνηση που κατά τα λοιπά ήταν έτοιμη να… βγάλει τη χώρα από τα Μνημόνια.
Σε κάθε περίπτωση όλα αυτά είναι Ιστορία. Όλα δείχνουν πως σε αυτήν καταφεύγει το Μαξίμου στα δύσκολα –και θα συνεχίσει να το κάνει- μέχρι τις κάλπες. Κι αυτό επειδή ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθεί να αποτελεί έναν ισχυρό συμβολικό αντίπαλο. Είναι ο άνθρωπος που αφενός ταυτίστηκε με τη μεγαλύτερη απειλή για τη Νέα Δημοκρατία και η διατήρηση της αρνητικής εικόνας του (υπενθυμίζοντας τη διαπραγμάτευση του 2015 κλπ.) λειτουργεί ως εργαλείο συσπείρωσης του κεντροδεξιού ακροατηρίου.
Προφανώς οι Πρέσπες είναι ένα θέμα που δεν πουλάει πια, οπότε στο Μαξίμου άλλαξαν κασέτα, επιστρατεύοντας ένα επίσης κλεισμένο θέμα για να κάνουν το σχετικό ντόρο. Αντιλαμβάνεται κανείς πως δεν θα ήταν ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης αυτός που θα αναδείκνυε το θέμα.
Η αλήθεια είναι ότι δεν ενστερνίζονται όλοι στην κυβέρνηση αυτή την άποψη και γι’ αυτούς τους λόγους κάποια στελέχη –δημόσια κιόλας- πήραν συγκεκριμένες αποστάσεις από το παραλήρημα του Άδωνι Γεωργιάδη, αρνούμενοι να υιοθετήσουν τις κατηγορίες του.
Το βασικότερο όλων εδώ είναι ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να μετατοπίσει τη συζήτηση και το δημόσιο ενδιαφέρον αλλού. Επιχειρεί δηλαδή να αποφύγει τις αναφορές στα δικά της σκάνδαλα (ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές, Τέμπη, κακοδιαχείριση κλπ. ) ή σε θέματα τα οποία έχει αποτύχει παταγωδώς να διαχειριστεί, όπως για παράδειγμα εκείνο της ακρίβειας, που άπτεται της καθημερινότητας των πολιτών.
Συνολικά, από την οπτική της πολιτικής επικοινωνίας, η συνεχής αντιπαράθεση με έναν πρώην πρωθυπουργό συνήθως εξυπηρετεί τρεις στόχους: τη συσπείρωση της εκλογικής βάσης, τη διατήρηση ενός ευνοϊκού πολιτικού διλήμματος και την επιρροή της δημόσιας ατζέντας. Το κατά πόσο αυτή η στρατηγική είναι αποτελεσματική μάλλον κρίνεται από τις μετρήσεις. Τα ποσοστά της ΕΛΑΣ στις δημοσκοπήσεις ανεβαίνουν και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας δηλώνει ότι θα στέλνει λουλούδια στον Άδωνι, θεωρώντας ότι κάθε φορά που του επιτίθεται, ανεβάζει τη δημοφιλία του πρώην πρωθυπουργού.
