Πάει η γαλλία προς νέα έκρηξη; – γιατί κανείς δεν προτείνει λύσεις για τα βασικά προβλήματα της χώρας
Ωστόσο, τα γεγονότα της 17ης Οκτωβρίου 2026 είναι, σύμφωνα με τον Economist, κατά μία έννοια χειρότερα. Διότι, θα μπορούσαν να οδηγήσουν τη Γαλλία σε ακόμη βαθύτερο διχασμό. Και οι ψηφοφόροι στις επόμενες προεδρικές εκλογές, την άνοιξη, βρίσκονται μπροστά σε μια πολύ δύσκολη επιλογή.
Ο πύργος του ρολογιού και η στέγη του δημαρχείου της Λιμόζ, κτίσμα του 19ου αιώνα, κατέρρευσαν μετά την πυρπόληση. Διαδηλωτές με κουκούλες εισέβαλαν στο δημαρχείο της Μασσαλίας και ανέτρεψαν μια μαρμάρινη προτομή της Μαριάν, του επίσημου συμβόλου της χώρας. Στο Μπορντό, νεαροί με κουκούλες έσπασαν τις βιτρίνες καταστημάτων και άρπαξαν τσάντες, αθλητικά παπούτσια και άλλα είδη. Μετά την επέμβαση των δυνάμεων καταστολής, πάνω από 2.000 άτομα συνελήφθησαν.
Για πολλούς από τους εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές (550.00 σύμφωνα με την αστυνομία, 800.000 σύμφωνα με τους διοργανωτές) οι ταραχές και οι λεηλασίες δυσφημούν το κίνημα και τα αιτήματά τους.
Σύμφωνα με τον Economist, οι ταραχοποιοί στράφηκαν κατά των συμβόλων του κράτους, το οποίο τους παρέχει ένα γενναιόδωρο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, δημόσιες συγκοινωνίες υψηλού επιπέδου και ένα από τα υψηλότερα επίπεδα ποιότητας ζωής παγκοσμίως. Και υποστηρίζει ότι αν και ορισμένες από τις λεηλασίες μπορεί να ήταν κάτι ευκαιριακό, πολλοί ήταν ξεκάθαρα εκεί για να προκαλέσουν συγκρούσεις.
Βεβαίως, ο Economist αποφεύγει να αναφερθεί στους λόγους που οδήγησαν στη λαϊκή έκρηξη: τις ανισότητες, τις ελλείψεις και τα προβλήματα στο εκπαιδευτικό σύστημα, την ακρίβεια και το κόστος ζωής. Αποφεύγει επίσης την κριτική στις κυβερνήσεις που διόρισε ο Εμανουέλ Μακρόν όλα αυτά τα χρόνια.
Από την πλευρά του, ο ηγέτης της Ζαν-Λικ Μελανσόν αρνείται κάθε ευθύνη και επιρρίπτει την ευθύνη για τις ταραχές στην αστυνομία. Η οποία έχει κατηγορηθεί από όλη τη γαλλική αριστερά για υπέρμετρη χρήση βίας, η οποία οδήγησε ακόμη και σε ακρωτηριασμούς διαδηλωτών.
Αλλά, κατά τον Economist, υπόβαθρο των ταραχών είναι η ένταση που υποβόσκει και συνδέεται με τις εκλογές του επόμενου έτους.
Ο Economist σημειώνει ότι, έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία του Εμανουέλ Μακρόν στην εξουσία, πολλοί από τους μαθητές διαδηλωτές δεν έχουν καμία ανάμνηση της Γαλλίας υπό την ηγεσία κάποιου άλλου πολιτικού προσώπου. Και ενώ η χώρα επιθυμεί αλλαγή, παραμένει βαθιά διχασμένη ως προς το τι πρέπει να ακολουθήσει.
Ο Economist επικεντρώνει την ανάλυσή του στους δύο πολιτικούς που προηγούνται στις δημοσκοπήσεις για τις προεδρικές εκλογές. Τον Ζαν-Λικ Μελανσόν, ο οποίος έχει στηρίξει τις διαδηλώσεις έχοντας καταδικάσει τη βία. Και την ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν, η οποία –στο ίδιο πνεύμα με την κυβέρνηση Λεκορνί, όπως και όλη η γαλλική δεξιά- ερμηνεύει τις διαδηλώσεις ως απόδειξη ότι ο Μελανσόν είναι ακατάλληλος για πρόεδρος της Γαλλίας.
Με τον αέρα των δημοσκοπήσεων, που επί έναν χρόνο τη φέρνουν στην πρώτη θέση, και με το χώρο του κέντρου να μην μπορεί να αναδείξει έναν υποψήφιο που θα μπορούσε να διαδεχθεί τον Εμανουέλ Μακρόν, θεωρείται σχεδόν βέβαιη η νίκη της Μαρίν Λεπέν.
