Η ακραία ζέστη βλάπτει σοβαρά και την οικονομία - πόσο κινδυνεύει η ελλάδα

Η ακραία ζέστη βλάπτει σοβαρά και την οικονομία - πόσο κινδυνεύει η ελλάδα

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Τα δεδομένα που συγκεντρώνει η έκθεση είναι εντυπωσιακά ως προς την κλίμακά τους. Από τη δεκαετία του 1980 έως σήμερα, τα καταγεγραμμένα κύματα καύσωνα παγκοσμίως έχουν επταπλασιαστεί, ενώ ο μέσος αριθμός θανάτων ανά επεισόδιο έχει πενταπλασιαστεί — από 244 νεκρούς ανά συμβάν στη δεκαετία του 1980 σε 1.222 την περίοδο 2020-2024.

Η Ευρώπη πληρώνει δυσανάλογα μεγάλο τίμημα. Ρωσία, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία και Γερμανία ευθύνονται από κοινού για το 68% των καταγεγραμμένων θανάτων παγκοσμίως από καύσωνες. Η Ελλάδα αντιστοιχεί στο 3% του συνόλου.

Όμως υπάρχουν και αντικειμενικοί λόγοι που η Ευρώπη είναι πιο ευάλωτη στις υψηλές θερμοκρασίες. Η γηραιά ήπειρος διαθέτει υποδομές σχεδιασμένες για το κρύο, όχι για τη ζέστη. Μόλις το 19% των νοικοκυριών έχει κλιματιστικό, έναντι 90% στις ΗΠΑ. Αντίστοιχα, τα περισσότερα κτίρια είναι κατασκευασμένα έτσι ώστε να συγκρατούν θερμότητα. Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού και η πυκνή αστική δόμηση αυξάνουν τον κίνδυνο θερμικής καταπόνησης σε περιόδους καύσωνα.

Η έκθεση εντοπίζει έναν κρίσιμο κατώφλι κινδύνου στους 30 βαθμούς Κελσίου. Κάτω από αυτό το όριο, οι υψηλότερες θερμοκρασίες μπορούν να έχουν ουδέτερη ή και ελαφρώς θετική επίδραση στην οικονομία, καθώς μειώνουν το κόστος θέρμανσης. Πάνω από αυτό το όριο όμως, η εικόνα αντιστρέφεται απότομα.

Για κάθε εξάλλου βαθμό πάνω από 30°C και ως τους 35°C , η ωριαία παραγωγικότητα μειώνεται περίπου κατά περίπου 1,3 δολάρια ΗΠΑ (σε  σταθερή Ισοτιμία Αγοραστικής Δύναμης). Πρόκειται για περίπου 3% της μέσης ωριαίας παραγωγικότητας στο δείγμα των χωρών που εξετάζει η Allianz, για την περίοδο 2014-2024 (19 ανεπτυγμένες οικονομίες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα).

Σύμφωνα με τους αναλυτές του πολυεθνικού ασφαλιστικού κολοσσού, οι μισθολογικές προσαρμογές ακολουθούν την παραγωγικότητα με κάποια χρονική υστέρηση. Οπότε, το βραχυπρόθεσμο κόστος επιβαρύνει δυσανάλογα την κερδοφορία των επιχειρήσεων, προτού μεταφερθεί σταδιακά στο εισόδημα και την κατανάλωση των νοικοκυριών.

Παράλληλα, η κατανάλωση ενέργειας αυξάνεται κατά 1,2% για κάθε βαθμό άνω των 30°C, αυξάνοντας το κόστος εισροών των επιχειρήσεων, ακριβώς τις ώρες που η παραγωγικότητα μειώνεται.

Για να ποσοτικοποιήσει τους κινδύνους, η Allianz κατασκεύασε ένα σενάριο στο οποίο κάθε χώρα βιώνει, διαδοχικά από το 2026 έως το 2030, τα πέντε θερμότερα έτη που έχει καταγράψει στην περίοδο 2014-2024. Δεν πρόκειται για υποθετικό κλιματικό σενάριο, αλλά για εκτίμηση βασισμένη σε πραγματικά ιστορικά δεδομένα. Δηλαδή τι θα συνέβαινε αν επαναλαμβάνονταν οι ακραίες θερμοκρασίες που έχουν ήδη καταγραφεί.

Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν μια έντονη διαίρεση μεταξύ βορρά και νότου. Χώρες όπως η Ελβετία, η Ιρλανδία και η Σουηδία, που παραμένουν κάτω από το κατώφλι των 30 βαθμών ακόμα και στο σενάριο καταπόνησης, αναμένεται να γνωρίσουν ακόμα και ελαφρά οφέλη. Οι σωρευτικές αυξήσεις στο ΑΕΠ, σε σύγκριση με το σενάριο βάσης, κυμαίνονται μεταξύ 1% ως 3%. Η πλέον ωφελημένη είναι η Φινλανδία, η οποία σε περίπτωση παρατεταμένης έκθεσης σε ζέστη μπορεί να αυξήσει σωρευτικά το ΑΠΕ της ως και 7%.

Αντίθετα, οι πιο εκτεθειμένες οικονομίες αντιμετωπίζουν σωρευτικές απώλειες ΑΕΠ της τάξης του -5% ως -7% για την περίοδο 2026-2030. Σε απόλυτα μεγέθη, η ευρωπαϊκή οικονομία που κινδυνεύει περισσότερο είναι η Γαλλία, με πιθανές αθροιστικές απώλειες λόγω καύσωνα στα 254 δισεκ. δολάρια ή σχεδόν 206 δισ. ευρώ σε βάθος πενταετίας.