Μακροχρόνια φροντίδα στην ευρώπη: έλλειψη πόρων και προσωπικού - πολύ χαμηλές δαπάνες στην ελλάδα

Μακροχρόνια φροντίδα στην ευρώπη: έλλειψη πόρων και προσωπικού - πολύ χαμηλές δαπάνες στην ελλάδα

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Η Ευρώπη είναι η ήπειρος που γερνάει γρηγορότερα από οποιαδήποτε άλλη στον πλανήτη. Ο αριθμός των ανθρώπων που λόγω ηλικίας και των συνεπειών της γήρανσης θα χρειάζονται μακροχρόνια φροντίδα αυξάνεται. Και αναλόγως αυξάνονται και οι ανάγκες για υπηρεσίες.

Ωστόσο, οι πόροι που διατίθενται δεν επαρκούν, ούτε υπάρχει επαρκής αριθμός εργαζομένων που θα προσφέρει υπηρεσίες τους ανθρώπους που τις έχουν ανάγκη. Και είναι άνθρωποι με άνοια ή χρόνια προβλήματα υγείας ή αναπηρία που με τη γήρανση επιδεινώνονται. Στην Ελλάδα, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη. Καθώς, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΟΟΣΑ (2021), δίνει ένα ελάχιστο ποσοστό του ΑΕΠ (0,2%) σε αυτό τον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Και είναι τελευταία στην Ευρώπη.

Στην Ευρώπη, η μέση ηλικία είναι τα 43 έτη, όταν ο παγκόσμιος μέσος όρος είναι 31 έτη, ενώ υπολογίζεται ότι, μέχρι το 2050 το 6% των ανθρώπων της ΕΕ θα είναι άνω των 85 ετών. Σήμερα το ποσοστό αυτό είναι 3%.

Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο στις χώρες της νότιας και ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες έχουν πληγεί περισσότερο και από το brain drain. Δεν είναι μόνο ότι έχουν μεγαλύτερα ποσοστά γηραιότερου πληθυσμού, αλλά και οι νέοι φεύγουν ταχύτερα για το εξωτερικό, αναζητώντας καλύτερη ζωή αλλού.

Σύμφωνα με τη δεξαμενή σκέψης Bruegel, με έδρα τις Βρυξέλλες, στην Ιταλία, τη γηραιότερη χώρα της Ευρώπης, η μέση ηλικία είναι 49 έτη. Μόνο το 2021, το 2,8% των αποφοίτων πανεπιστημίων ηλικίας μεταξύ 25 και 34 ετών μετανάστευσαν.

Στην Ελλάδα, τη Λιθουανία και τη Λετονία, χώρες με παρόμοια χαρακτηριστικά, ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας θα μειωθεί κατά 20% από το 2023 έως το 2050. Και αυτή η έλλειψη νέων εργαζομένων, δυσχεραίνει την παροχή επαρκών και ικανοποιητικών υπηρεσιών, ενώ παράλληλα αυξάνεται η ζήτηση.

Ενδιαφέρον έχουν τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2021, τα οποία εμπεριέχονται και στην Ελληνική Εθνική Στρατηγική για τη Μακροχρόνια Φροντίδα που παρουσιάστηκε τον Δεκέμβριο του 2024. Στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ το 2021 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία) δαπανήθηκε κατά μέσο όρο το 1,8% του ΑΕΠ για τη μακροχρόνια φροντίδα (υγειονομικές και κοινωνικές συνιστώσες). Στην Ελλάδα, με προσδόκιμο ζωής τα 81 χρόνια, όπου συνήθως αυτή τη φροντίδα παρέχουν μέλη της οικογένειας, με μεγάλες επιπτώσεις για τα ίδια σε προσωπικό, ψυχολογική και οικονομικό επίπεδο, το ποσοστό αυτό ήταν μόλις 0,2%.

Σε έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη μακροχρόνια φροντίδα, διαπιστώνεται στην Ελλάδα μια σειρά από προβλήματα αναφορικά με τη μακροχρόνια φροντίδα. Μεταξύ αυτών, η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των φορέων και η διάσπαση της προσφοράς υπηρεσιών μεταξύ των δομών. Και ζητά αναβάθμιση της διασύνδεσης μεταξύ τους των υπηρεσιών και να λήψη μέτρων ώστε να αντιμετωπιστούν οι διαφαινόμενες ανάγκες του μέλλοντος.

Ως υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας (LTC) ορίζεται η υποστήριξη που παρέχεται σε όσους αδυνατούν να εκτελούν καθημερινές δραστηριότητες μόνοι τους. Συνήθως οι ηλικιωμένοι ή τα άτομα με αναπηρία. Στη Γερμανία, αναφέρει η έκθεση του Bruegel, το 79% των υπηρεσιών LTC ήδη απευθύνεται σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών. Και εκτιμά ότι στην ΕΕ ο αριθμός των ατόμων άνω των 50 ετών με ανάγκες LTC θα αυξηθεί από 19,7 εκατομμύρια το 2020 σε 27,1 εκατομμύρια έως το 2050.

Επίσης, παρατηρείται μεγάλη διάσταση στις δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα μεταξύ των χωρών της Ευρώπης.