Η αριθμητική του μέλλοντος: τι σημαίνει η μείωση του εργατικού δυναμικού κατά δύο εκατομμύρια
Η συζήτηση για το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί μια θεωρητική άσκηση επί χάρτου για το μακρινό μέλλον.
Στοιχεία-σοκ της ΕΛΣΤΑΤ και του ΟΟΣΑ αποκαλύπτουν τη μη αναστρέψιμη δημογραφική συρρίκνωση της Ελλάδας
Η Ελλάδα δεν χάνει απλώς κατοίκους· μετασχηματίζεται με γοργούς ρυθμούς σε μια κοινωνία δύο ταχυτήτων, όπου η μακροζωία συνυπάρχει με μια πρωτοφανή και σιωπηλή πληθυσμιακή κατάρρευση.
Οι αριθμοί προκαλούν ίλιγγο. Ενώ σήμερα η Ελλάδα διαθέτει περίπου 6,5 εκατομμύρια πολίτες σε παραγωγική ηλικία (15 έως 64 ετών), οι μαθηματικές προβολές δείχνουν ότι μέχρι το 2050 η χώρα θα μετρά δύο εκατομμύρια λιγότερους εργαζόμενους. Από τα 10,3 εκατομμύρια του ενεργού πληθυσμού, η δυναμική υποχωρεί στα 9 εκατομμύρια στα μέσα του αιώνα και αγγίζει τα 7,7 εκατομμύρια το 2070, σχηματίζοντας μια σχεδόν κάθετη πτώση στα διαγράμματα των αναλυτών. Η έλλειψη διαθέσιμων χεριών και μυαλών είναι ήδη ορατή: τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι ενώ πριν από την πανδημία σε κάθε άνεργο αντιστοιχούσε μία κενή θέση εργασίας, σήμερα η αναλογία έχει εκτοξευθεί στις 10 κενές θέσεις ανά άνεργο, με το 80% των ελληνικών επιχειρήσεων να δηλώνει αδυναμία εύρεσης προσωπικού.
Το δημογραφικό δεν είναι, φυσικά, αποκλειστικά ελληνικό προνόμιο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται στη χώρα μας παρουσιάζει δομικές ιδιαιτερότητες. Στην υπόλοιπη Ευρώπη, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής συνδέεται συχνά με την ενεργό γήρανση και τη διατήρηση της παραγωγικότητας. Στην Ελλάδα, εντούτοις, η μακροζωία μετατοπίζει βίαια το βάρος προς τις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, χωρίς την ανάλογη υποστήριξη από τις βάσεις της πληθυσμιακής πυραμίδας.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί άμεσες, οριζόντιες και ρηξικέλευθες πολιτικές που ξεπερνούν τα στενά όρια των επιδοματικών ενισχύσεων. Οι αναλυτές του ΟΟΣΑ και οι δημογράφοι υπογραμμίζουν ότι για να σπάσει ο φαύλος κύκλος μεταξύ δημογραφικής ύφεσης και οικονομικής στασιμότητας, απαιτούνται ριζικές μεταρρυθμίσεις που θα ξεκινούν από την ουσιαστική στήριξη των νέων ζευγαριών για την αύξηση των γεννήσεων και θα φτάνουν μέχρι την πλήρη επανένταξη του γυναικείου πληθυσμού στην εργασία, την αξιοποίηση του μεταναστευτικού δυναμικού και την επένδυση στις ψηφιακές δεξιότητες που απαιτεί η σύγχρονη αγορά.
Αν η χώρα δεν καταφέρει να αυξήσει την παραγωγικότητα των λιγότερων, μελλοντικών εργαζομένων της, το οικονομικό μοντέλο θα βρεθεί σε αδιέξοδο. Η πρόκληση των επόμενων δεκαετιών δεν είναι απλώς να γεννηθούν περισσότερα παιδιά, αλλά να διασφαλιστεί ότι μια κοινωνία που γερνά αναπόφευκτα, θα διατηρήσει τις δομές, τα έσοδα και τη λειτουργικότητά της, αποφεύγοντας τον εθνικό μαρασμό.
