Κατεβαίνει τη σκάλα της ανάπτυξης η ελληνική οικονομία - πρόβλεψη υποχώρησης του ρυθμού αύξησης του αεπ
Αν και η Ελλάδα υπερτερεί έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου, οι γεωπολιτικές αναταράξεις και οι πληθωριστικές πιέσεις επιβάλλουν μια ελαφρά καθοδική αναθεώρηση των προβλέψεων για το 2026
Στο επίκεντρο της τρέχουσας ανάλυσης βρίσκεται η αναθεώρηση των στοιχείων για την ανάπτυξη της ελληνική οικονομίας. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική ή λογιστική προσαρμογή των δεικτών, αλλά μια ουσιαστική μεταβολή που αναδιαμορφώνει τη βάση άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής, επηρεάζοντας άμεσα τους στόχους για το έλλειμμα, το χρέος και τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.
Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 12,1% με αύξηση σε όλες τις συνιστώσες. Αρνητική για τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ ήταν η συμβολή της αύξησης των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (0,5% συνολικά, αύξηση 3,2% για υπηρεσίες και μείωση 0,6% για αγαθά).
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αποτέλεσε τον κυρίαρχο εξωγενή κλονισμό για την παγκόσμια οικονομία στις αρχές του 2026. Οι διαταραχές στις ενεργειακές αγορές -κυρίως μέσω των Στενών του Ορμούζ- επιτάχυναν τον πληθωρισμό και επιβράδυναν την ανάπτυξη σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο, βάσει τους συγγραφείς της έκθεσης.
Ωστόσο, σε σχέση με την ενεργειακή κρίση του 2021–2022, διαπιστώνεται πως η τρέχουσα διαταραχή είναι ηπιότερη λόγω της μειωμένης ευρωπαϊκής εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα και της διάχυσής της μέσω διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών.
Με τη διαφαινόμενη αποκλιμάκωση, οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή) συγκλίνουν σε επιβράδυνση της ανάπτυξης για το 2026 και μερική ανάκαμψη το 2027, υπό την προϋπόθεση σχετικά ταχείας ομαλοποίησης των αγορών ενέργειας. Η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, ενώ οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις συστήνεται να είναι στοχευμένες και προσωρινές.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το Γραφείο αναθεωρεί οριακά προς τα κάτω τη βασική του εκτίμηση για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 2026, στο 1,9%, από 2,0% στην ΄Εκθεση του Μαρτίου 2026, με εύρος πρόβλεψης από 1,7% έως 2,1%.
Στα τρόφιμα, πάντως, καταγράφεται σταδιακή αποκλιμάκωση των ανατιμήσεων. Ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 2,6% τον Μάιο, από 4,3% τον Φεβρουάριο, παραμένοντας παρόλα αυτά υψηλότερος από τον αντίστοιχο δείκτη της Ευρωζώνης, ο οποίος ανήλθε στο 1,9%.
Ξεχωριστό κεφάλαιο στην έκθεση αποτελεί η στεγαστική κρίση με το ΓΠΚΒ να επισημαίνει ότι η κρίση στέγασης δεν οφείλεται μόνο στην περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα, αλλά και στη χαμηλή αξιοποίηση του υφιστάμενου αποθέματος κατοικιών.
