Καύσωνες: η κλιματική αλλαγή ανατροφοδοτεί τον εαυτό της – και φταίει ότι η γη απορροφά περισσότερο ήλιο
Καθώς διανύουμε ένα νέο Ελ Νίνιο, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι οι δυσχερείς καλοκαιρινές συνθήκες (καύσωνες) που βιώνει φέτος ο πλανήτης, με βασική αιτία την κλιματική αλλαγή, του χρόνου θα είναι οι ίδιες. Αν όχι χειρότερες.
Τα στοιχεία είναι τρομακτικά. Στις 14 Ιουλίου η θερμοκρασία της επιφάνειας των τροπικών και μεσαίων γεωγραφικών πλάτων στους ωκεανούς της Γης ήταν υψηλότερη από οποιαδήποτε άλλη 14η Ιουλίου στα σύγχρονα αρχεία. Το ίδιο ίσχυε σχεδόν όλες τις προηγούμενες ημέρες από τον Ιούνιο. Η Δυτική Ευρώπη έχει βιώσει τρία κύματα καύσωνα από τον Μάιο. Και το γεγονός ότι είναι καλύτερα προετοιμασμένη από ό,τι ήταν παλιά, απειλούνται οι ζωές δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων.
Πυρκαγιές ξεσπούν παντού. Και τα χειρότερα μάλλον έρχονται, ενώ αυξάνονται οι πιθανότητες να είναι φέτος η πιο ζεστή που έχει καταγραφεί ποτέ.
Αυτό που επισημαίνουν οι επιστήμονες –με τρόμο, είναι η αλήθεια- είναι πως η κλιματική αλλαγή τροφοδοτείται από τον εαυτό της. Οι θερμαντικές επιδράσεις των αερίων του θερμοκηπίου οδηγούν σε διαδικασίες που θερμαίνουν ακόμη περισσότερο τον πλανήτη. Και αυτό που ανησυχεί τους επιστήμονες είναι ότι μειώνεται μια θεμελιώδης πτυχή του πλανήτη Γη: η λευκαύγεια.
Αυτή η παράξενη λέξη περιγράφει την ποσότητα του εισερχόμενου ηλιακού φωτός που μια επιφάνεια ή ένας πλανήτης αντανακλά πίσω από εκεί που προήλθε. Η υψηλή λευκαύγεια εξασφαλίζεται είτε από λευκές στέγες είτε από θάλασσες καλυμμένες με πάγο. Και διατηρεί τον πλανήτη δροσερό. Αλλά όταν είναι χαμηλή, η εισερχόμενη ενέργεια παραμένει στη Γη. Και αυξάνει τη θερμοκρασία της επιφάνειας του πλανήτη.
Οι δορυφορικές μετρήσεις της λευκαύγειας της Γης που έχουν ληφθεί εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες δείχνουν ότι μειώνεται με εκπληκτική ταχύτητα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, οι ωκεανοί, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για το μεγαλύτερο μέρος της απορρόφησης της ηλιακής ακτινοβολίας, να συσσωρεύουν πολύ περισσότερη θερμότητα.
Το διοξείδιο του θείου, το οποίο προέρχεται από την καύση ορισμένων ορυκτών καυσίμων, δημιουργεί μικρά σωματίδια στην ατμόσφαιρα μετά την εκπομπή του. Προκαλούν σοβαρά προβλήματα στην ανθρώπινη υγεία. Επίσης, αντανακλούν το ηλιακό φως πίσω στο διάστημα, μειώνοντας έτσι την ποσότητα ενέργειας που φτάνει στην επιφάνεια της Γης.
Οι υγειονομικές υπηρεσίες, έγραφε τότε ο Κρούτζεν, πίστευαν ότι ο έλεγχος των σωματιδίων θα μπορούσε να σώσει 500.000 ζωές ετησίως. Ταυτόχρονα, μειώνοντας την ψυκτική επίδραση του θείου, οι έλεγχοι θα μπορούσαν να αυξήσουν την υπερθέρμανση του πλανήτη κατά ίσως 1°C.
Αλλά, όπως επισημαίνει ο Economist, και οι δύο τάσεις μείωσης της ανακλαστικότητας φαίνεται ότι θα συνεχιστούν, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο στη θερμότητα. Οι βιομηχανικές πόλεις του αναπτυσσόμενου κόσμου είναι σχεδόν απίθανο να θυσιάσουν την υγεία των κατοίκων τους που πνίγονται από το νέφος, προκειμένου να επιβραδύνουν την υπερθέρμανση του πλανήτη γενικότερα, επομένως οι εκπομπές θείου θα συνεχίσουν να μειώνονται. Οι κλιματικές αναδράσεις που μειώνουν την κάλυψη των νεφών δεν θα σταματήσουν όσο τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα συνεχίζουν να αυξάνονται. Και ακόμη και όταν η μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μειώσει τη χρήση ορυκτών καυσίμων, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το σωρευτικό επίπεδο αερίων του θερμοκηπίου.
Οι επικριτές της, από την άλλη, υποστηρίζουν ότι για να υπάρξει αισθητή επίδραση στην περιβαλλοντική προσπάθεια, η πρόοδος εξαρτάται από τις μεγάλες οικονομίες.
