Η χώρα χρειάζεται εθνική στρατηγική στην εξωτερική πολιτική και όχι απλώς να προσπαθεί να καταλάβει προς τα πο
Στην κυβέρνηση ορισμένοι πανηγυρίζουν με την όλη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν. Θεωρούν, δηλαδή, ότι μπορούν να εκμεταλλευτούν τη συσπείρωση, που συνήθως καταγράφεται, γύρω από τον κυβερνήτη σε περιόδους κρίσης. Άλλωστε, το είδαν και στην πανδημία. Γι’ αυτόν τον λόγο έχουν επιλέξει μια υποτίθεται προσεκτική ρητορική, δεν έχουν ταυτιστεί με τον πόλεμο (βεβαίως ορισμένοι υπουργοί τύπου Άδωνι Γεωργιάδη πανηγυρίζουν για τα πλήγματα στο Ιράν), αναπαράγουν τη ρητορική Ευρωπαίων ηγετών (όχι βεβαίως του Πέδρο Σάντσεθ), δηλώνουν ότι η Ελλάδα δεν εμπλέκεται και ακόμη και την πρώτη πραγματική εμπλοκή, με τη χρήση της συστοιχίας Patriot, την παρουσίασαν σαν αμυντική ενέργεια και όχι συμμετοχή.
Βεβαίως, στην πραγματικότητα είναι ιδιαιτέρως ανασφαλείς, γιατί δεν ξέρουν πόσο μεγάλο θα είναι το οικονομικό κόστος – ποια συσπείρωση θα υπάρχει, εάν η βενζίνη φτάσει στα 2,5 ευρώ; –, ούτε πόσο μεγάλη θα είναι η γεωπολιτική αναστάτωση.
Μόνο που εδώ είναι η ουσία. Γιατί η κυβέρνηση θα μπορούσε να κάνει πολύ περισσότερα. Και το γεγονός ότι δεν τα κάνει εκθέτει τη χώρα σε μεγαλύτερους κινδύνους και τον λαό σε υψηλότερο κόστος.
Όλα αυτά φαίνονται και τώρα σε σχέση με τον πόλεμο στο Ιράν, όπου η αυτονόητη μη συμμετοχή στις πολεμικές επιχειρήσεις έχει συνδυαστεί απλώς με την αναμονή πότε θα τελειώσει, χωρίς καμία σκέψη για το ποιες πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να ληφθούν ώστε να υπάρξει κατάπαυση του πυρός, επιστροφή στη διπλωματία, αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας, και προστασία εγκαταστάσεων από τις οποίες εξαρτάται η παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Στην πραγματικότητα είναι ως κάθε πρωί να προσπαθεί η κυβέρνηση να δει προς τα πού φυσάει ο άνεμος, τι δηλώνουν άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και μετά τοποθετείται, με όρους τελικά επικοινωνιακής διαχείρισης και όχι στρατηγικής.
Η Ευρώπη θα μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα και η χώρα μας να συμβάλει σε αυτά. Θα μπορούσε να ζητήσει η Ελλάδα οι χώρες της ΕΕ, ξεκινώντας από τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου να συντονιστούν και με άλλες χώρες της Μεσογείου και του αραβικού κόσμου για μια μεγάλη πρωτοβουλία για την κατάπαυση του πυρός.
Η χώρα μας ειδικά, που είναι και η πρώτη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο, θα πρέπει να απαιτήσει την επιστροφή στη διπλωματία ως προϋπόθεση για την ασφάλεια στη ναυσιπλοΐα. Γιατί ασφάλεια για τη ναυσιπλοΐα δεν είναι η διαρκής στρατιωτική συνοδεία, αλλά μια νέα συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν που θα οδηγούσε σε ειρήνευση, σε άρση των κυρώσεων, και ασφαλή διέλευση των πλοίων.
Όλα αυτά θα απαιτούσαν και μια πραγματική κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ. Όχι απλώς ως προέκταση του ΝΑΤΟ, ούτε αναλαμβάνοντας το κόστος που οι ΗΠΑ δεν θέλουν να αναλάβουν. Αλλά ως μια ικανότητα της Ευρώπης να διαθέτει μεν αποτρεπτική ισχύ, αλλά πρωτίστως να προωθεί τη διπλωματία και την ειρήνη, ξεκινώντας από το να τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, μέσα από διαπραγματεύσεις για μια ειρήνη μακροπρόθεσμη, με εγγυήσεις ασφάλειας προς όλες τις πλευρές. Η χώρα μας θα έπρεπε να πρωτοστατεί σε όλα αυτά.
Αυτό σημαίνει και ένα ξεκαθάρισμα της αναγκαίας συμμαχικής σχέσης με τις ΗΠΑ. Σε μια εποχή που οι αμερικανικές βάσεις που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια με βάση το πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας δεν είναι για όποτε χρειαστεί, όπως στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, αλλά χρησιμοποιούνται σε πολεμικές επιχειρήσεις, η Ελλάδα θα πρέπει να απαιτήσει να κατοχυρωθεί ότι θα απορρίπτει τη χρήση τους όταν αυτή θέτει τη χώρα σε κίνδυνο ή λειτουργεί σε βάρος εθνικών συμφερόντων. Αυτό σημαίνει επίσης και ότι η ανανέωση της συμφωνίας θα πρέπει να γίνεται κάθε χρόνο, ακριβώς για να μπορούν να εξετάζονται τέτοια ζητήματα, κάτι που ίσχυσε επί διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα.
Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να ξεκαθαριστεί και η σχέση με το Ισραήλ, που αυτή τη στιγμή, με την ακροδεξιά κυβέρνηση που έχει, λειτουργεί ως δύναμη αποσταθεροποίησης στην περιοχή. Η συνεργασία δεν μπορεί να σημαίνει ταύτιση ή στήριξη στη γενοκτονική βία σε βάρος των Παλαιστινίων, ούτε σε επιθετικές πολεμικές ενέργειες, όπως αυτές σε βάρος του Ιράν και του Λιβάνου.
Σε αυτή τη βάση η χώρα πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες για λύση στο Κυπριακό, ακριβώς για να μπορέσει να εξασφαλιστεί η άμυνα του νησιού, η οποία υπονομεύεται από το γεγονός ότι ένα τμήμα του νησιού είναι υπό τουρκική κατοχή. Και βέβαια η λύση δεν είναι να μετατραπεί όλο το νησί σε μια μεγάλη βάση, ούτε να μπει στο ΝΑΤΟ γιατί αυτό το κάνει και στόχο σε συγκυρίες εντάσεων, αλλά και δίνει πάτημα στην Τουρκία να εκβιάσει για διχοτόμηση.
