Η χώρα χρειάζεται νέο αφήγημα – και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι προοδευτικό
Ωστόσο, θεωρώ ότι μπορεί να είναι μια χρήσιμη έννοια, που μας βοηθάει να καταλάβουμε τι συμβαίνει όταν σε μια χώρα ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας εμπνέεται από ένα πολιτικό σχέδιο που την πηγαίνει σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, ή όταν υπάρχει ένα στόχος που μπορεί και εμπνέει πλήθος ανθρώπων.
Αντιθέτως, στην περίοδο της κρίσης όντως η κοινωνία απέκτησε ξανά ένα συλλογικό όραμα, αυτό μιας αγωνιστικής αντίστασης στην κοινωνική καταστροφή. Ήταν ένα αντιφατικό αφήγημα, με αρκετά κενά ως προς το πώς θα μπορούσε η χώρα να βγει από τα μνημόνια, αλλά όχι λιγότερο επιδραστικό και ικανό να κινητοποιεί, όπως φάνηκε στην περίοδο 2010-2015, με αποκορύφωμα το δημοψήφισμα.
Ο τρόπος που εξελίχτηκαν τα πράγματα μετά το 2015, το βαρύ τίμημα της εξόδου από τα Μνημόνια ακόμη και εάν αυτό έγινε τελικά με την κοινωνία όρθια είχε ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος της χώρας να χάσει την ελπίδα του ότι τα πράγματα μπορούν όντως να προοδεύσουν. Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από προηγούμενες ιστορικές περιόδους, πριν την κρίση όπου υπήρχε μια ισχυρή πεποίθηση ότι μπορεί να υπάρξει ιστορική πρόοδος.
Το αίτημα της κανονικότητας το εκπροσώπησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Πιο σωστό είναι να πούμε ότι η ΝΔ της εποχής του Κυριάκου Μητσοτάκη εκμεταλλεύτηκε αυτό το αφήγημα, και κατάφερε να δείξει ότι μπορεί να το εκπροσωπήσει, γιατί στην πραγματικότητα το πρόγραμμά της ήταν ουσιαστικά να ξαναπιάσει το νήμα του 2014 και να εφαρμόσει μια πολιτική που θα αποδιάρθρωνε το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών κατακτήσεων που είχαν επιβιώσει των μνημονίων, όπως σταδιακά συνειδητοποίησε και η ελληνική κοινωνία.
Αυτό ακριβώς ορίζει το πραγματικό ιστορικό διακύβευμα στη χώρα μας σήμερα. Και αυτό είναι ότι χρειάζεται να υπάρξει ξανά ένα αφήγημα που να την εμπνέει, να την κινητοποιεί και να μην τη βυθίζει στον κυνισμό και την αποστράτευση.
Στην πραγματικότητα, αυτό που λείπει είναι ένα συνολικό προοδευτικό αφήγημα. Δεν μιλάω για κάποιες προοδευτικές πολιτικές. Τέτοιες έχουν διατυπωθεί αρκετές και συχνά συγκροτημένες. Αυτό που χρειάζεται είναι αυτές οι πολιτικές να ενσωματωθούν σε ένα όραμα αλλαγής για τη χώρα.
Όμως, αυτή είναι η πρόκληση. Και αυτή θα επηρεάσει και τον συνολικότερο πολιτικό συσχετισμό. Να το πω διαφορετικά. Σήμερα η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ποντάρει ακόμη και εκλογικά σε αυτή την απουσία οράματος στην ελληνική κοινωνία. Γιατί συσπειρώνει τη μειοψηφία που είναι κοντά της με όρους συμφέροντος, την ώρα που η μεγάλη πλειοψηφία δεν έχει ούτε προσανατολισμό, ούτε κοινή πυξίδα.
Αντιθέτως, το να διατυπωθούν έστω και στοιχεία ενός προοδευτικού αφηγήματος, ενός συνόλου στόχων που θα μπορέσουν να κινητοποιήσουν την κοινωνία και να την πείσουν ότι μπορεί με τις επιλογές που θα κάνει, στην κάλπη και όχι μόνο, να βρεθεί σε μερικά χρόνια σε πραγματικά καλύτερη κατάσταση, μπορεί να κάνει τη διαφορά – και την πραγματική έκπληξη – στις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
