Αδιαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις - χαμηλός ανταγωνισμός, απευθείας αναθέσεις και λάθη
Επισημαίνεται, όπως σε αντίστοιχες προηγούμενες εκθέσεις, παρατηρείται επαναληψιμότητα στις παραβιάσεις.
Στο ειδικό κεφάλαιο της έκθεσης παρατηρούμε την έλλειψη ανταγωνισμού, τις συνοπτικές διαδικασίες, το μεγάλο αριθμό των απευθείας αναθέσεων (81,49%) και γενικότερα το έλλειμμα αξιοπιστίας.
Οι απευθείας αναθέσεις και οι απλουστευμένες διαδικασίες υπερτερούν σαφώς στον αριθμό των συμβάσεων. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι καλύπτουν όλες τις μικρές συμβάσεις κάτω των ορίων (σήμερα έως 30.000 € / 40.000 € ανά είδος). Ωστόσο, οι συμβάσεις αυτές αντιστοιχούν σε ένα πολύ μικρότερο ποσοστό της συνολικής αξίας των δημοσίων δαπανών. Τα μεγάλα έργα και οι μεγάλες προμήθειες που αφορούν το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού (π.χ. έργα του Ταμείου Ανάκαμψης) γίνονται συνήθως μέσω ανοικτών διαγωνισμών.
Σε ότι αφορά τον ανταγωνισμό δεν επιτυγχάνεται ικανός βαθμός καθώς στο 43% των συμβάσεων που έχουν ανατεθεί κατόπιν προκήρυξης διαγωνισμού (αντιστοιχεί στο 25% της αξίας των εν λόγω συμβάσεων), και στο 61% των συμβάσεων που έχουν συναφθεί με απευθείας ανάθεση ή κατόπιν διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση (αντιστοιχεί στο 52% της αξίας των εν λόγω συμβάσεων), έχει ληφθεί μία προσφορά.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο προτείνει μεταξύ άλλων την ενίσχυση της διαχειριστικής εποπτείας και τον συντονισμό της καταγραφής των δημοσίων συμβάσεων μέσω ενιαίου, λειτουργικού και επικαιροποιημένου μητρώου, καθώς και την εντατικοποίηση των ελέγχων για την τήρηση των διαδικασιών ανάθεσης, με στόχο τη διαφάνεια, τον επαρκή ανταγωνισμό και την πληρέστερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.
Στην Ελλάδα, παρά τις προσπάθειες για εναρμόνιση με το Ευρωπαϊκό δίκαιο, εξακολουθούν να παρατηρούνται δυσλειτουργίες:
Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει επισημάνει έλλειψη σαφούς προσδιορισμού αντικειμένου, ανυπαρξία τεκμηριωμένης εκτίμησης δαπάνης και απουσία διαφάνειας στην επιλογή αναδόχου σε ελεγχόμενες συμβάσεις.
Σύμφωνα με το Ε.Σ., κατά την επισκόπηση των στοιχείων που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις των υπουργείων, εντοπίστηκαν ζητήματα αξιοπιστίας, πληρότητας και ορθότητας στην καταγραφή, καθώς και ενδείξεις μη συμμόρφωσης με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο περί διαδικασιών ανάθεσης. Επίσης, παρατηρήθηκε περιορισμένος ανταγωνισμός κατά τη σύναψη μεγάλου μέρους των συμβάσεων.
Η απουσία ενός κεντρικού μητρώου συμβάσεων, στο οποίο θα τηρούνται με ενιαίο τρόπο τα στοιχεία των συμβάσεων, ιδίως στους φορείς για τους οποίους η αρμοδιότητα σύναψης συμβάσεων είναι κατανεμημένη σε πλήθος αποκεντρωμένων υπηρεσιών, δυσχεραίνει τη λήψη αξιόπιστης πληροφόρησης, απαλλαγμένης από σφάλματα, ελλείψεις, διπλοκαταχωρίσεις κ.λπ., σύμφωνα με την έκθεση.
