Δημογραφικό: Η μείωση γυναικών 25-44 ετών οξύνει το πρόβλημα - Μονόδρομος η αύξηση μεταναστών

Δημογραφικό: Η μείωση γυναικών 25-44 ετών οξύνει το πρόβλημα - Μονόδρομος η αύξηση μεταναστών

Η δραματική πτώση των γεννήσεων

Η αύξηση του αριθμού των γεννήσεων ώστε σε κάθε γυναίκα να αναλογούν 2,3 παιδιά από 1,45 που καταγράφει σήμερα ο δείκτης γονιμότητας θα ήταν η ιδανική, πλην όμως ανέφικτη συνθήκη για τη λύση του δημογραφικού προβλήματος. Τα στοιχεία είναι δυσοίωνα ως προς αυτόν τον στόχο όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες του πλανήτη. Ειδικότερα στη χώρα μας, καταγράφηκαν λιγότερες από 65,5 χιλιάδες γεννήσεις το 2025 από 117 χιλιάδες το 2007-2008.

Η μείωση των γυναικών σε γόνιμη ηλικία

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), ανάμεσα στο 2007 και το 2025 μειώθηκε κατά 27% ο πληθυσμός της ηλικιακής ομάδας γυναικών 25 έως 44 ετών. Αιτίες είναι αφενός η κατάρρευση των γεννήσεων μετά το 1980, αφετέρου η μαζική φυγή στο εξωτερικό ατόμων αυτής της ηλικιακής ομάδας από το 2010 και μετά.

Φαίνεται επίσης ότι από το 1960 και μετά, οι επόμενες γενιές εκτός του ότι αποκτούν όλο και λιγότερα παιδιά, τα αποκτούν σε ολοένα και μεγαλύτερη ηλικία. Ο μέσος όρος που γίνονταν γονείς ήταν τα 26 έτη για όσους γεννήθηκαν μετά το 1960 και αυξήθηκε στα 31,5 έτη για όσους γεννήθηκαν μετά το 1985.

Τα στοιχεία που προκαλούν ανησυχία

Το ποσοστό όσων γυναικών γέννησαν και ήταν μικρότερες των 25 ετών μειώθηκε από 28% το 1960 σε 10,4% σήμερα. Αντίστροφα, το ποσοστό των γυναικών που γέννησαν παιδί ενώ ήταν άνω των 40 ετών, από 3,8% που ήταν το 1960, ανήλθε στο 10,7% το 2023-2024. Ραγδαία αύξηση όμως καταγράφει και το ποσοστό των ζευγαριών που δεν αποκτούν παιδιά. Από 13%-14% στις γενιές του 1960, το συγκεκριμένο ποσοστό αυξήθηκε στο 24% για γενιές που γεννήθηκαν πέριξ του 1985.

Οι προτάσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος

Το Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών προτείνει παρεμβάσεις για να περιοριστεί το δημογραφικό πρόβλημα με μείωση του κόστους μεγαλώματος ενός παιδιού, εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή και άμβλυνση του οξύτατου στεγαστικού προβλήματος.

Συγκεκριμένα η Ελλάδα πρέπει να πετύχει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο κατά 700 χιλιάδες άτομα έως το 2050, ώστε να στηρίξει την απασχόληση των νέων, αλλά και να περιορίσει τις επιδράσεις από την αναπόφευκτη αύξηση των ηλικιωμένων. Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 28 χιλιάδες περισσότερους μετανάστες που θα έρχονται στην Ελλάδα ετησίως για τα επόμενα 25 χρόνια.

Η ανατροπή για τις εργαζόμενες γυναίκες

Σημαντικό είναι το στοιχείο που δείχνει ότι η σχέση μεταξύ γυναικείας απασχόλησης και γονιμότητας άλλαξε πρόσημο και στην Ελλάδα. Δηλαδή οι εργαζόμενες γυναίκες αποκτούν πλέον περισσότερα παιδιά. Το 2019 αναλογούσαν 1,5 παιδιά ανά απασχολούμενη γυναίκα έναντι μόλις 1 ανά μη απασχολούμενη.

Σύμφωνα με τον Βύρωνα Κοτζαμάνη, καθηγητή Δημογραφίας και ιδρυτικό μέλος του ΙΔΕΜ, «για να είχαμε το 2024 ίδιο αριθμό γεννήσεων και θανάτων (126 χιλιάδες περίπου), θα έπρεπε ο δείκτης γονιμότητας το έτος αυτό να υπερέβαινε τα 2,3 παιδιά. Το 2060, όμως, ο ετήσιος δείκτης θα έπρεπε να αγγίζει τα 3 παιδιά ανά γυναίκα. Δείκτες τόσο υψηλοί είναι αδύνατον να επιτευχθούν στο μέλλον».