Σε τι διαφέρουν οι κληρονομικές συμβάσεις από τις διαθήκες - 3+1 παραδείγματα
Γιατί άραγε ένας πολίτης να επιλέξει την κληρονομική σύμβαση έναντι της διαθήκης, όπως επί σχεδόν οκτώ δεκαετίες συμβαίνει; Η κληρονομική σύμβαση προσφέρει ασφάλεια, σαφήνεια και οριστικότητα στη μεταβίβαση περιουσίας, εξασφαλίζοντας τη βούληση του διαθέτη έναντι προσβολών. Τα οφέλη αυτά είναι πολλαπλάσια, όπως επισημαίνουν ειδικοί, σε οικογενειακές και επιχειρηματικές υποθέσεις, καθώς μπορεί να παρακαμφθεί η νόμιμη μοίρα και να δεσμευθούν όλες οι πλευρές. Και αυτή είναι ίσως μία από τις μεγάλες διαφορές της κληρονομικής σύμβασης, καθώς η διαθήκη μπορεί να αλλάξει εύκολα. Αντίθετα, η κληρονομική σύμβαση, ως δημόσιο έγγραφο (συμβολαιογραφικό), είναι πολύ πιο δύσκολο να προσβληθεί νομικά, παρέχοντας σταθερότητα.
Στην περίπτωση της διαθήκης, ο απόλυτος κυρίαρχος στο πεδίο της μοιρασιάς της περιουσίας είναι ο διαθέτης και δεν έχουν λόγο οι κληρονόμοι ως προς το πώς θα διαθέσει τα περιουσιακά του στοιχεία. Στην κληρονομική σύμβαση, αντίθετα, οι κληρονόμοι συμφωνούν και δεσμεύονται από τους όρους, κάτι που περιορίζει μελλοντικές διαμάχες και αλλαγές στη βούληση του διαθέτη, σε αντίθεση με τις διαθήκες. Η σύμβαση είναι δεσμευτική, αφού δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς, εκτός αν κάποιος κληρονόμος υποπέσει σε σοβαρό παράπτωμα, όπως, για παράδειγμα, η διάπραξη αδικήματος σε βαθμό κακουργήματος. Από την άλλη πλευρά, οι διαθήκες ανακαλούνται ελεύθερα από τον διαθέτη, είτε με τη σύνταξη νέας διαθήκης που ανακαλεί ρητά τις προηγούμενες, είτε με την καταστροφή της παλαιάς, είτε με δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου.
Επιπλέον, με τον νέο θεσμό των κληρονομικών συμβάσεων – κάτι που δεν συμβαίνει με τις διαθήκες – επιτρέπεται η παράκαμψη της νόμιμης μοίρας, δίνοντας μεγαλύτερη ευελιξία στη διανομή της περιουσίας, κάτι που είναι σημαντικό σε περιπτώσεις όπου πρέπει να εξυπηρετηθούν επιχειρήσεις, διασφαλίζοντας την ομαλή λειτουργία και συνέχειά τους χωρίς διασπάσεις. Βεβαίως, κάθε διαθέτης είναι απολύτως ελεύθερος να επιλέξει ο ίδιος τον τρόπο και τον τύπο διάθεσης της περιουσίας του.
Ο Κ είναι ιδιοκτήτης ξενοδοχειακής μονάδας, που λειτουργεί ως ατομική επιχείρηση. Ο Κ έχει δύο παιδιά, τον Α από τον γάμο του με τη Σ1 και τον Β από τη δεύτερη σύζυγό του, τη Σ2. Ο Α από μικρή ηλικία ενδιαφέρεται πολύ για την επιχείρηση και αποφασίζει να ακολουθήσει σπουδές που θα τον βοηθήσουν να την εξελίξει, ενώ ο Β έχει διαφορετική επαγγελματική σταδιοδρομία. Ο Κ επιθυμεί να ασχολείται με την επιχείρηση όσο ζει και για τον λόγο αυτόν δεν τη μεταβιβάζει στον Α. Αλλωστε, φοβάται ότι μια τέτοια μεταβίβαση μπορεί να δυσαρεστούσε τη Σ2, η οποία επίσης απασχολείται στην επιχείρηση. Παράλληλα, ο Α διστάζει να επενδύσει στην επιχείρηση του πατέρα του, γιατί δεν είναι σίγουρος αν τελικά αυτή θα περιέλθει στον ίδιο. Τι μπορεί να κάνει ο Κ για να εξασφαλίσει ότι, μετά τον θάνατό του, ο Α θα συνεχίσει την επιχείρησή του;
Κατά το προτεινόμενο σχέδιο: Ο Κ μπορεί να καταρτίσει με τον Α κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου, με την οποία του καταλείπει την επιχείρηση. Η ρύθμιση αυτή είναι δεσμευτική, με την έννοια ότι ο Κ δεν μπορεί να την ανακαλέσει μεταγενέστερα μονομερώς, παρά μόνο υπό εξαιρετικές προϋποθέσεις. Ο Κ, όσο ζει, δεν εμποδίζεται στην εκμετάλλευση της επιχείρησης όπως εκείνος το επιθυμεί. Ταυτόχρονα ή και μεταγενέστερα, όταν ο Κ έχει ρευστότητα, ο Κ μπορεί να συνάψει σύμβαση και με τους Β και Σ, με την οποία καθένας από αυτούς παραιτείται εκ των προτέρων από την αξίωσή του στη νόμιμη μοίρα, έναντι ανταλλάγματος (π.χ. στη Σ ο Κ μεταβιβάζει ένα διαμέρισμα και στον Β ο Κ διαθέτει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, που του είναι απαραίτητο στο ξεκίνημα της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας). Σε κάθε περίπτωση, ο Κ μπορεί με διαθήκη να καταλείπει περαιτέρω περιουσιακά στοιχεία στους Β και Σ, εφόσον το επιθυμεί. Επισημαίνεται ότι η παραίτηση από τη νόμιμη μοίρα είναι πρακτικά σημαντική και μετά τη μετατροπή της νόμιμης μοίρας, κατά το προτεινόμενο σχέδιο, σε ενοχική αξίωση, αφού για την ικανοποίησή της προϋποτίθεται ρευστότητα του κληρονόμου, που δεν είναι πάντα δεδομένη.
Ο ηλικιωμένος Κ, χήρος και άτεκνος, έχει στην κυριότητά του ένα διαμέρισμα στο οποίο μένει, αλλά στερείται ρευστότητας. Ο Κ υποσχέθηκε στη γειτόνισσά του τη Γ ότι, αν εκείνη τον φροντίζει μέχρι τον θάνατό του, θα της αφήσει το διαμέρισμά του, που αποτελεί και το μοναδικό σημαντικό περιουσιακό του στοιχείο. Ο Κ έχει δύο ανιψιές, τις Α και Β, κόρες της προαποβιώσασας αδελφής του, οι οποίες ζουν σε διαφορετική πόλη. Πώς μπορεί να εξασφαλιστεί ότι το διαμέρισμα θα περιέλθει πράγματι στη Γ μετά τον θάνατο του Κ;
Κατά το ισχύον δίκαιο: Τυχόν σύμβαση μεταξύ Κ και Γ, με την οποία ο Κ εγκαθιστά τη Γ κληρονόμο του ή αναλαμβάνει την υποχρέωση να συντάξει διαθήκη με αυτό το περιεχόμενο, είναι άκυρη. Αν ο Κ δεν συντάξει διαθήκη με την οποία καταλείπει το διαμέρισμα στη Γ, αυτό θα περιέλθει στις ανιψιές του, Α και Β, ενώ στη Γ δεν θα περιέλθει τίποτα. Αλλά ακόμη και αν συντάξει διαθήκη, αυτή μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε από τον Κ. Εν τέλει, ο Κ θα εξωθηθεί στην κατάρτιση σύμβασης εν ζωή (π.χ. μεταβίβαση στη Γ της ψιλής κυριότητας του διαμερίσματος). Ωστόσο, αν η Γ τελικά δεν φροντίζει τον Κ, δημιουργούνται σύνθετα ζητήματα, η αντιμετώπιση των οποίων εμφανίζει σημαντικές δυσχέρειες.
Κατά το προτεινόμενο σχέδιο: Οι Κ και Γ μπορούν να καταρτίσουν κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου, με την οποία ο Κ εγκαθιστά τη Γ κληρονόμο του, καταλείποντάς της το διαμέρισμα, και η Γ αναλαμβάνει την υποχρέωση να τον φροντίζει. Ο Κ δεν μπορεί με διαθήκη να ορίσει ότι το διαμέρισμα θα περιέλθει σε άλλο πρόσωπο, παρά μόνο εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες στον νόμο προϋποθέσεις να αποδεσμευθεί από τη σύμβαση.
Οι Α και Β είναι σύζυγοι και έχουν έναν γιο, τον Γ. Επιθυμούν, όταν ο ένας από αυτούς πεθάνει, να τον κληρονομήσει ο επιζών σύζυγος και, μετά τον θάνατο του τελευταίου εξ αυτών, η κληρονομιά στο σύνολό της να περιέλθει στον Γ. Τι μπορούν να πράξουν για να υλοποιήσουν την επιθυμία τους;
n Κατά το ισχύον δίκαιο: Η μοναδική δυνατότητα των Α και Β είναι να συντάξουν ο καθένας χωριστά διαθήκη με το παραπάνω περιεχόμενο, αφού η συνδιαθήκη απαγορεύεται κατά την ΑΚ 1717 και οι κληρονομικές συμβάσεις κατά την ΑΚ 368. Ωστόσο, με τη διαθήκη δεν μπορούν να ικανοποιηθούν πλήρως οι ανάγκες των Α και Β. Συγκεκριμένα, ανακύπτουν τα εξής προβλήματα:
