Ρεκόρ τριετίας κατέρριψε ο πληθωρισμός – οι καταναλωτές λυγίζουν, οι επιχειρήσεις αντέχουν
Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα, μετρούμενος με τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, ανήλθε στο 4,9% τον Μάιο του 2026, από 4,6% τον προηγούμενο μήνα. Ο εθνικός ΔΤΚ ήταν ακόμα υψηλότερος, στο 5%.
Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί τoυς τελευταίους 38 μήνες. Η απόκλιση από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (3,2%) φτάνει πλέον τις 1,7 ποσοστιαίες μονάδες, μέγεθος που αποδεικνύει πως οι πιέσεις στις τιμές παραμένουν πιο έντονες στην Ελλάδα απ’ ότι στις άλλες οικονομίες.
Αν συγκριθεί η σημερινή εικόνα με τον Φεβρουάριο του 2026, δηλαδή με την περίοδο πριν από την κλιμάκωση των πολεμικών επιχειρήσεων στον Περσικό Κόλπο, η αύξηση του πληθωρισμού στη χώρα μας φτάνει τις 1,7 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ στην Ευρωζώνη η αντίστοιχη άνοδος περιορίζεται στις 1,3 μονάδες.
Ο υψηλότερος πληθωρισμός στην Ελλάδα σε σύγκριση με την Ευρωζώνη αντανακλά κυρίως τις εντονότερες ανατιμήσεις σε κατηγορίες αγαθών όπως τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα (6,5% έναντι 4%) και η ενέργεια (20,0% έναντι 10,8%), καθώς και σε κατηγορίες υπηρεσιών όπως η στέγαση (6,7% έναντι 3,1%), η αναψυχή (7,4% έναντι 3,6%) και οι μεταφορές (5,7% έναντι 4,4%).
Σύμφωνα με τους αναλυτές της τράπεζας, το φαινόμενο της ακρίβειας δεν παραμένει πλέον περιορισμένο στην ενέργεια. Η αρχική ώθηση δόθηκε από τις μεταφορές, καθώς το αυξημένο κόστος καυσίμων επηρέασε άμεσα τις μετακινήσεις. Στη συνέχεια οι πιέσεις πέρασαν στη στέγαση, στο ρεύμα, στο φυσικό αέριο και σε άλλα καύσιμα, ενώ τον Μάιο η μεγαλύτερη άνοδος τιμών εντοπίστηκε στα ξενοδοχεία, στον καφέ και στην εστίαση.
Η σταδιακή αυτή μετάδοση αντικατοπτρίζει τόσο τις άμεσες συνέπειες του ενεργειακού σοκ όσο και τις έμμεσες επιπτώσεις που εμφανίζονται με κάποια χρονική απόσταση, καθώς το αυξημένο κόστος παραγωγής και μεταφοράς περνά σταδιακά στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος αλληλοτροφοδότησης που κάνει τον πληθωρισμό πιο ανθεκτικό και δυσκολότερο στην αντιμετώπισή του. Η αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής αποκτά εδώ κρίσιμο ρόλο, καθώς η ικανότητα της Κεντρικής Τράπεζας να συγκρατεί τις πληθωριστικές προσδοκίες θεωρείται καθοριστική.
Η συνεχιζόμενη ακρίβεια αποτυπώνεται ήδη στη διάθεση των νοικοκυριών. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε στις -52,2 μονάδες τον Μάιο, από -42,7 μονάδες έναν χρόνο πριν, καταγράφοντας την τρίτη χειρότερη επίδοση των τελευταίων 40 μηνών.
Παρά αυτή την επιδείνωση, η εικόνα παραμένει σαφώς καλύτερη από εκείνη της περιόδου των μνημονίων, όταν η ανεργία είχε εκτιναχθεί στο 28,3% τον Ιούλιο του 2013, αντιστοιχώντας σε 1.367.500 ανθρώπους χωρίς εργασία. Σήμερα το ποσοστό ανεργίας έχει υποχωρήσει στο 9,5%, με τους ανέργους να ανέρχονται σε 452.300 άτομα με στοιχεία Απριλίου.
Ωστόσο η βελτίωση στην αγορά εργασίας δεν αρκεί για να εξισορροπήσει την απώλεια αγοραστικής δύναμης που προκαλεί η παρατεταμένη άνοδος των τιμών. Αυτό αποτυπώνεται και στα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών για το πρώτο τρίμηνο του 2026, με την ιδιωτική κατανάλωση να επιβραδύνεται στο 0,7% σε ετήσια βάση, από 2,3% το τελευταίο τρίμηνο του 2025.
