Γελασμένη η κυβέρνηση εάν πιστεύει ότι έχει τελειώσει η υπόθεση των υποκλοπών – ιδίως όταν πρώην πρωθυπουργός
Καταρχάς, αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι απευθυνόμενος στη Δικαιοσύνη και ζητώντας τη διερεύνηση της υπόθεσης, ο πρώην πρωθυπουργός ουσιαστικά την ανοίγει ξανά.
Γιατί δεν έβγαλε απλώς μια πολιτική ανακοίνωση, ούτε έκανε μια δήλωση, απέναντι στην οποία η κυβέρνηση θα μπορούσε να απαντήσει ότι η υπόθεση έχει αρχειοθετηθεί και άρα δεν έχει κάποιο λόγο να δηλώσει κάτι παραπάνω. Προσφεύγοντας στον Άρειο Πάγο και ζητώντας να διερευνηθεί η υπόθεση ο Αντώνης Σαμαράς ζητά να ανοίξει εκ νέου και να ερευνηθεί σε βάθος.
Το διάβημα αυτό αποκτά ξεχωριστή σημασία εάν αναλογιστούμε ότι ο Αντώνης Σαμαράς είναι ο πρώτος πολιτικός προερχόμενος – ανεξαρτήτως της μετέπειτα διαγραφής του – από τον κορμό της κυβερνητικής παράταξης, ο οποίος απαιτεί να διερευνηθεί από τη Δικαιοσύνη η παγίδευση του τηλεφώνου του με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator.
Αυτό τον διαφοροποιεί από τη στάση υπουργών της κυβέρνησης, όπως ο Κωστής Χατζηδάκης, ο Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Άδωνις Γεωργιάδης που παρότι υπήρξαν επίσης θύματα απόπειρας παγίδευσης των τηλεφώνων τους με Predator, όχι μόνο αρνήθηκαν να προσφύγουν στη δικαιοσύνη – παρακωλύοντας στην πράξη τη διερεύνηση της υπόθεσης αφού δεν έδωσαν τα τηλέφωνά τους για έλεγχο, άρα και για συλλογή στοιχείων. Ο υπουργός Υγείας δε, έσπευσε σχεδόν να νομιμοποιήσει τέτοιες πρακτικές, θεωρώντας τις περίπου αυτονόητες.
Το ίδιο το γεγονός ότι αυτή η κίνηση του Αντώνη Σαμαρά έγινε την ώρα που η Νέα Δημοκρατία έκανε σαφές ότι θα μπλοκάρει, εκμεταλλευόμενη την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, την πρόσκληση του Ταλ Ντίλιαν και του Γρηγόρη Δημητριάδη στην αρμόδια επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, λίγο καιρό μετά το αντίστοιχο μπλοκάρισμα της συγκρότησης εξεταστικής επιτροπής για τις υποκλοπές μετά τα νέα στοιχεία που ήρθαν στο προσκήνιο, υπογραμμίζει ότι η επιλογή της συγκάλυψης που έχει επιλέξει η κυβέρνηση τη φέρνει σε σύγκρουση με ανθρώπους που προέρχονται από τον ιστορικό κορμό της παράταξης.
Αυτό με τη σειρά του δείχνει και γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία πώς θα απαντήσει και η Δικαιοσύνη σε αυτή την προσφυγή. Γιατί είναι σαφές ότι η επιλογή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να αρχειοθετήσει την υπόθεση των υποκλοπών δύο φορές, αποτέλεσε επίσης επιλογή που αντικειμενικά συνέβαλε στη διάχυτη αίσθηση μιας θεσμικής κρίσης στη χώρα. Αρκεί να αναλογιστούμε πόσο εύλογη φαντάζει η συσχέτιση ανάμεσα στην παρακολούθηση και δικαστικών μέσω ΕΥΠ αλλά και παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator και τα βουλεύματα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, που κατέληγαν στο ότι δεν υπάρχει ουσιαστικά κυβερνητική ευθύνη για την υπόθεση.
Αντιθέτως, τώρα υπάρχει μια δυνατότητα η δικαιοσύνη να σταθεί όντως στο ύψος των περιστάσεων, να διερευνήσει σε βάθος την υπόθεση, να συνεξετάσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, να διερευνήσει τους υπαρκτούς κινδύνους για την εθνική ασφάλεια που εκτός όλων των άλλων συνεπαγόταν η χρήση τέτοιου λογισμικού σε βάρος ανθρώπων που διαχειρίζονταν εθνικά θέματα και ευαίσθητες πληροφορίες και – πάνω από όλα – κάνοντάς το αυτό να δείξει ότι η κυνική θεσμική παραβατικότητα δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελέσει κανόνα στη λειτουργία του κράτους. Κοντολογίς, μια σημαντική ευκαιρία να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
