Η ελευθεροτυπία δεν απειλείται και δεν εκβιάζεται
Δύο σημαντικές αποφάσεις – μία ελληνική του Πρωτοδικείου Αθηνών, μία του μεγάλου Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Στρασβούργου – χαράσσουν αυτό το καλοκαίρι τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην εξουσία και τον πολίτη. Και ονομάζουν τον φύλακά της: την ελεύθερη, υπεύθυνη δημοσιογραφία στηριζόμενη από την ανεξάρτητη Δικαιοσύνη. Και οι δύο αποφάσεις είναι σημαντικές και συμπληρωματικές ως προς το κράτος δικαίου και την ελευθεροτυπία. Σημαντικές γιατί αγγίζουν τον πυρήνα της δημοκρατίας: το δικαίωμα του πολίτη να γνωρίζει και το καθήκον του δικαστή να μην υποκύπτει.
Και – κρίσιμο για την αξιοπρέπεια της Δικαιοσύνης – θεώρησε ότι η επίκληση, από τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης, των πειθαρχικών του εξουσιών επί ανωτάτων δικαστών μπορούσε να εκληφθεί ως πίεση προς τους κρίνοντες.
Απέρριψε, μάλιστα, το επιχείρημα ότι η πρόσβαση του θιγομένου – ιδιοκτήτη Μέσων – σε δημόσιο βήμα αναιρούσε την προσβολή. Εδώ, η Δικαιοσύνη προστατεύει τον εργοδότη – και δι’ αυτού την ανεξαρτησία των Μέσων του – από την εργαλειοποίηση της πληροφορίας από το ίδιο το κράτος.
Με την υπ’ αριθ. 1798/2026 απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε αγωγή αποζημίωσης 250.000 ευρώ, την οποία είχε ασκήσει πρώην γενικός γραμματέας του Πρωθυπουργού εξ αφορμής δημοσιεύματος για την υπόθεση των υποκλοπών. Το δικαστήριο εφάρμοσε με φρόνηση την οδό της στάθμισης συγκρουόμενων δικαιωμάτων. Και προέκρινε απέναντι στην προστασία της προσωπικότητας την ελευθερία του Τύπου (άρθρο 14 Συντάγματος, άρθρο 10 ΕΣΔΑ) επιλύοντας τη σύγκρουση δικαιωμάτων με το μέτρο της αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1), που σήμερα ουσιώνει τη δικαιοσύνη.
Πιο συγκεκριμένα έκρινε ότι το δημοσίευμα υπηρετούσε την ενημέρωση για ζήτημα εξαιρετικού θεσμικού ενδιαφέροντος, που ήδη απασχολούσε τη Βουλή και τα ευρωπαϊκά όργανα· ότι ο ενάγων, κάτοχος de facto θέσης μεγάλης ισχύος – αυτοχαρακτηρισμένος δημοσίως ως το alter ego του Πρωθυπουργού – είχε ήδη καταστεί πρόσωπο της δημόσιας συζήτησης· και ότι η ένσταση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος (άρθρο 367 § 1 ΠΚ) ήταν βάσιμη.
Εδώ ακριβώς κρύβεται το βαθύτερο νόημα. Η στάθμιση είναι ο πυρήνας του δικαίου, η πραγμάτωση του δικαίου εκεί όπου τα θεμελιώδη δικαιώματα συγκρούονται. Αυτή η στάθμιση με την υποστήριξη των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών δεν είναι τεχνική, είναι η ουσία της δικαιοσύνης. Δικαιοσύνη είναι το ακριβοδίκαιο μέτρο. Αυτή είναι η μεθοδολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου με τη στάθμιση της συμβολής στον δημόσιο διάλογο, της ιδιότητας του θιγομένου προσώπου και του τρόπου της δημοσιογραφικής άσκησης.
Ο κοινός τόπος των δύο αποφάσεων είναι η διαφύλαξη του κράτους δικαίου. Και οι δύο υπερασπίζονται το ίδιο αξιακό οικοδόμημα: τον χώρο της ελεύθερης, ελεγκτικής δημοσιογραφίας απέναντι στους ισχυρούς όχι ως επάγγελμα αλλά ως δημόσιο λειτούργημα.
Η ενασχόληση με τα δημόσια πράγματα και η άσκηση εξουσίας έχει τίμημα. Αυτονόητο. Οποιος ασκεί δημόσια εξουσία αποδέχεται ότι η διαφάνεια επιτείνεται έναντι της ιδιωτικότητάς του. Η άσκηση εξουσίας που αφορά δημόσια πράγματα πρέπει να είναι ορατή και διαφανής για να είναι δημοκρατικά ελεγκτέα. Γιατί η αποκάλυψη είναι το μέσον της λογοδοσίας. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της πολιτειακής διάστασης του λειτουργήματος της δημοσιογραφίας: οφείλει να είναι ανεξάρτητη, δίκαιη, αποκαλυπτική, να ξεσκεπάζει, να φωτίζει. Μιλάω ασφαλώς για τη γνήσια, την ελεγκτική και έγκυρη. Και στη διάσταση αυτή η δημοσιογραφία δεν είναι επάγγελμα, είναι λειτούργημα. Ο δημοσιογράφος έχει ευθύνη βαριά ως συλλειτουργός της δημοκρατίας. Ετσι θα έπρεπε.
Εχει και άλλη ευθύνη η θεσμική δημοσιογραφία. Να ξεχωρίζει στα μάτια του πολίτη από την παραπληροφοριακή είδηση που ο καθένας στο πλουραλιστικό περιβάλλον της είδησης διαθέτει μέσω του Διαδικτύου. Να διακρίνεται η είδηση από την ύβρι επί σκοπώ, την παραγγελθείσα δολοφονία χαρακτήρων, την οποία επιτρέπει η ανωνυμία, να διακρίνεται από τα fake news, αυτή τη λαίλαπα της είδησης.
Και τη διαχωριστική γραμμή τη χάραξε το ίδιο το Στρασβούργο: ο ανερμάτιστος χαρακτηρισμός που παρακινεί το κοινό να πιστέψει στην ενοχή, προτού κρίνει ο δικαστής, δεν είναι ελευθερία – είναι κατάλυσή της. Εδώ αναδεικνύεται και η αξία των θεσμικών μέσων. Εχουν μηχανισμούς ελέγχου, ποιότητα και αρχές – και, όπως έχει εύστοχα επισημανθεί από την ηγεσία του διεθνούς δημοσιογραφικού χώρου, έχουν και μέλλον: τον ρόλο της ψύχραιμης, επαληθευμένης δημοσιογραφίας. Η δίκαιη (fair) είδηση, που προϋποθέτει το καθήκον της αλήθειας, θωρακίζει τον πολίτη και τη δημοκρατία απέναντι στον οχετό της ύβρεως, της κουκούλας, του μίσους και του εκβιασμού.
