Η ελλάδα στο δρόμο προς τις κάλπες και στο μικροσκόπιο διεθνών οίκων - το εύρημα που ανάβει «φωτιές»
Η Ελλάδα θα εκλέξει, αν δεν υπάρξει εκλογικός αιφνιδιασμός από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, νέα κυβέρνηση το 2027. Ο οίκος Moody’s, έχοντας ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση για τις εκλογές στην Ελλάδα, αναλύει την τρέχουσα οικονομική κατάσταση εστιάζοντας στις προκλήσεις που αναδύονται από την εκλογική αναμέτρηση και παρουσιάζει τα πιθανότερα σενάρια.
Η ανάλυση της Moody’s εξετάζει το μέλλον της ελληνικής οικονομίας υπό το πρίσμα των επερχόμενων εκλογών
Ένα μεγάλο θέμα που θίγει η έκθεση λαμβάνει υπόψη τις τρέχουσες δημοσκοπήσεις και το κοινό τους εύρημα: Ότι είναι σχεδόν απίθανο κάποιο κόμμα να εξασφαλίσει αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές.
Κάτι ανάλογο κάνει και η έκθεση της Moody’s, εμμέσως. Όμως, η ιδέα ότι η αυτοδυναμία είναι ο μοναδικός δρόμος για τη σταθερότητα -ένα αφήγημα βαθιά ριζωμένο- δεν αποτελεί θέσφατο.
Η Moody’s Analytics χαρτογραφεί την πορεία της οικονομίας μέσα από τέσσερα πιθανά πολιτικά σενάρια:
Οι κάλπες στήνονται στο τέλος της τετραετίας. Η πολιτική αβεβαιότητα θα κορυφωθεί ομαλά καθώς πλησιάζουμε προς το 2027, επηρεάζοντας προσωρινά τις επενδύσεις, αλλά η οικονομία αναμένεται να απορροφήσει τους κραδασμούς αν προκύψει γρήγορα κυβερνητικό σχήμα.
Η κυβέρνηση, υπό το βάρος της δημοσκοπικής φθοράς, αποφασίζει να επισπεύσει τις διαδικασίες για το φθινόπωρο του 2026. Αυτό θα προκαλέσει μια πρόσκαιρη αύξηση της αβεβαιότητας. Ωστόσο, αν ο σχηματισμός κυβέρνησης ολοκληρωθεί γρήγορα, οι επιπτώσεις στο ΑΕΠ θα είναι απόλυτα διαχειρίσιμες.
Οι εκλογές γίνονται κανονικά το 2027, αλλά το αποτέλεσμα οδηγεί σε πλήρες πολιτικό αδιέξοδο. Η αδυναμία σχηματισμού συμμαχικής κυβέρνησης θα παρατείνει την αβεβαιότητα, παγώνοντας μεγάλα επενδυτικά projects και υπονομεύοντας τη δημοσιονομική πειθαρχία.
Συνδυασμός εκλογικού αιφνιδιασμού μέσα στους επόμενους μήνες με μια μακρά αλυσίδα ατελέσφορων εκλογικών αναμετρήσεων. Ο οίκος σημειώνει ότι αυτό το σενάριο δεν έχει κοντινό ιστορικό προηγούμενο για τη χώρα και θα προκαλούσε δομική διάβρωση της εμπιστοσύνης των αγορών, πλήττοντας άμεσα την αναπτυξιακή τροχιά της Ελλάδας.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει, η δεκαετής κρίση άφησε βαθιά σημάδια στην ελληνική οικονομία. Το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην Ευρωζώνη, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ παραμένει από τα χαμηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εξακολουθεί να βρίσκεται 7,3% κάτω από τα επίπεδα προ κρίσης του 2008. Το 2025, το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν μόλις οριακά υψηλότερο από εκείνο της Λετονίας και της Βουλγαρίας, ενώ την τελευταία δεκαετία η Ελλάδα βρέθηκε πίσω από την Κύπρο, την Πορτογαλία, τη Λιθουανία και την Κροατία.
