Η επέτειος της δίκης της χρυσής αυγής: από την καταδίκη ως εγκληματική οργάνωση στο «ξέπλυμα» – έξι χρόνια μετ
Υπάρχουν κάποιες ημερομηνίες που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Η 7η Οκτωβρίου 2020 είναι μία από αυτές. Έξι χρόνια πριν, λίγο πριν από το μεσημέρι εκείνης της Τετάρτης, η πρόεδρος του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Μαρία Λεπενιώτη άρχισε να διαβάζει μια απόφαση που περίμεναν επί πεντέμισι χρόνια οι οικογένειες των θυμάτων, οι δικηγόροι της Πολιτικής Αγωγής, το αντιφασιστικό κίνημα και ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Η ηγεσία της Χρυσής Αυγής κρίθηκε ένοχη για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης.
Η ανακοίνωση της απόφασης από τα μεγάφωνα σκόρπισε ντελίριο χαράς και ενθουσιασμού ανάμεσα στους χιλιάδες ανθρώπους που είχαν περικυκλώσει το κτίριο του Άρειου Πάγου στη λεωφόρο Αλεξάνδρας από νωρίς. Μια χαρά που φρόντισαν πολύ σύντομα να μετριάσουν οι αστυνομικές δυνάμεις, καθώς ακολούθησε αναίτια χρήση χημικών και ρίψης νερού από τις αύρες της ΕΛΑΣ, γεγονός που οδήγησε σύντομα στη διάλυση μεγάλου μέρους της μεγαλειώδους συγκέντρωσης. Παρ’ όλα αυτά γράφτηκε Ιστορία εκείνη τη μέρα.
Η απόφαση δεν αφορούσε ιδέες. Δεν ποινικοποιούσε πολιτικές απόψεις. Έκρινε εγκληματικές πράξεις, μεταξύ των οποίων δολοφονίες ανθρώπων, και την οργανωτική δομή που βρισκόταν πίσω από αυτές. Ο Νίκος Μιχαλολιάκος και έξι ακόμη κορυφαία στελέχη της (Ηλίας Κασιδιάρης, Γιάννης Λαγός, Ηλίας Παναγιώταρος, Γιώργος Γερμενής, Χρήστος Παππάς και Αρτέμης Ματθαιόπουλος) καταδικάστηκαν για τη διεύθυνσή της, δεκάδες κατηγορούμενοι με μικρότερες ποινές για ένταξη σε αυτήν, ενώ το μέλος της από τον σύνδεσμο της Νίκαιας, Γιώργος Ρουπακιάς, κρίθηκε ένοχος για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.
Η Χρυσή Αυγή δεν γεννήθηκε τη νύχτα της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα τον Σεπτέμβριο του 2013. Ούτε η εγκληματική της δράση άρχισε τότε. Εκμεταλλευόμενη σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση της χώρας μέσα στην κρίση και την αδυναμία των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου να εξασφαλίσουν ένα πλαίσιο προστασίας του πληθυσμού και κυρίως των ευάλωτων κοινωνικά ομάδων, βρήκε πρόσφορο έδαφος προκειμένου να καλλιεργήσει τις μισαλλόδοξες απόψεις της.
Στο απόγειο της εκλογικής της επιρροής, στις ευρωεκλογές του 2014 –και μάλιστα λίγους μήνες μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα– η Χρυσή Αυγή έφτασε στο 9,39%, συγκεντρώνοντας περισσότερες από μισό εκατομμύριο ψήφους και αναδεικνυόμενη τρίτη πολιτική δύναμη της χώρας. Τον Σεπτέμβριο του 2015 πήρε 6,99% και παρέμεινε τρίτη κοινοβουλευτική δύναμη στη Βουλή.
Αλλά δεν ήταν μόνο η δολοφονία του Παύλου Φύσσα που είχε προηγηθεί των αποτελεσμάτων. Η βία ήταν εξ αρχής το βασικό χαρακτηριστικό έκφρασής της. Το είδαμε να αποτυπώνεται με τις επιθέσεις σε μετανάστες όπως π.χ. συνέβη στο Πέραμα με τους Αιγύπτιους αλιεργάτες. Με την αντίστοιχη επίθεση στους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ ή στις εφόδους σε λαϊκές αγορές όπου κυνηγούσαν μετανάστες. Καταγεγραμμένες περιπτώσεις όπου οι αρχές δεν έκαναν τίποτε προκειμένου να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι.
Και βέβαια, πριν την δολοφονία του Παύλου Φύσσα υπήρξε ο Σαχζάτ Λουκμάν. Ένας άνθρωπος που δεν ήταν γνωστός. Δεν ήταν μουσικός. Δεν είχε δημόσια παρουσία. Ήταν ένας 27χρονος εργάτης από το Πακιστάν που τα ξημερώματα της 17ης Ιανουαρίου 2013 έκανε κάτι απολύτως καθημερινό: πήγαινε με το ποδήλατό του στη δουλειά. Δεν έφτασε ποτέ. Στα Πετράλωνα, ο Χρήστος Στεργιόπουλος και ο Διονύσης Λιακόπουλος τού έκλεισαν τον δρόμο με τη μηχανή τους και τον μαχαίρωσαν επτά φορές.
Η ελληνική Δικαιοσύνη θα αναγνώριζε αργότερα τελεσίδικα το ρατσιστικό κίνητρο της δολοφονίας. Οι δύο δράστες θα κάθονταν επίσης στο εδώλιο της μεγάλης δίκης της Χρυσής Αυγής και στις 7 Οκτωβρίου 2020 θα κρίνονταν ένοχοι για ένταξη στην εγκληματική οργάνωση.
Το 2017 στην Εφημερίδα των Συντακτών οι Δημήτρης Ψαρράς και Γιάννης Μπασκάκης, η έρευνα των οποίων συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην καταδίκη της οργάνωσης δημοσίευσαν βίντεο από ναζιστική εκδήλωση του 2005. Στο υλικό εμφανίζονταν στελέχη της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής σε μια τελετή με σημαίες των SS και της Βέρμαχτ με τον αγκυλωτό σταυρό, ναζιστικούς χαιρετισμούς και συνθήματα. Η έρευνα σημείωνε μάλιστα ότι ρεπορτάζ για την ίδια εκδήλωση είχε υπογράψει τότε στην εφημερίδα της οργάνωσης ο ίδιος ο Ηλίας Κασιδιάρης.
Στο δικαστήριο αποδείχθηκε πως η ηγεσία γνώριζε για όλα αυτά και τα ενέκρινε. Η καταδικαστική απόφαση ήρθε επί των εγκληματικών πράξεων και όχι επί της ιδεολογίας τους όσο βδελυρή και αν είναι.
