Μετά την τραυματική ελληνική κρίση, εξακολουθούν οι οίκοι αξιολόγησης να επηρεάζουν τις αγορές;

Μετά την τραυματική ελληνική κρίση, εξακολουθούν οι οίκοι αξιολόγησης να επηρεάζουν τις αγορές;

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Οι αξιολογήσεις κρατικού πιστωτικού κινδύνου υπόσχονται διαφάνεια και πρόληψη κρίσεων. Δεκαπέντε χρόνια μετά το σοκ της ευρωζώνης, που ξεκίνησε με την ελληνική οικονομική κρίση, οι οίκοι αξιολόγησης εξακολουθούν να δέχονται τις ίδιες κριτικές: αδιαφανή μοντέλα, επίμονες μεροληψίες, ενίσχυση των κρίσεων.

Ωστόσο, παραμένουν κεντρικοί παράγοντες στη χρηματοδότηση των χωρών και στην αξιολόγηση του κρατικού πιστωτικού κινδύνου, ενώ συνεχίζουν να επηρεάζουν τις αποφάσεις των επενδυτών, των τραπεζών και των ρυθμιστικών αρχών.

Άρθρο του Conversation, που προέρχεται από μελέτη η οποία διεξήχθη σε συνεργασία με την ομότιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Λωρραίνης Mireille Jaeger, εξετάζει την εξέλιξη του ρόλου τους από την κρίση του δημόσιου χρέους στη ζώνη του ευρώ.

Κατ΄αρχήν, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι οίκοι αξιολόγησης διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην αξιολόγηση του κρατικού κινδύνου.

Στην περίπτωση των κρατών, αξιολογούν την ικανότητα και τη βούληση αποπληρωμής του χρέους τους. Οι αξιολογήσεις τους παρέχουν στους επενδυτές ένα συνοπτικό μέτρο της φερεγγυότητάς τους, ένα κοινό σημείο αναφοράς για τη σύγκριση κρατών με διαφορετικές οικονομικές, θεσμικές και πολιτικές καταστάσεις. Η αγορά αυτή κυριαρχείται από τρεις οίκους: τη Moody’s, τη Standard & Poor’s και τη Fitch, των οποίων η φήμη, η διεθνοποίηση και η κανονιστική εδραίωση αποτελούν ισχυρά εμπόδια εισόδου.

Η υπέρβαση αυτού του ορίου μπορεί να οδηγήσει τους επενδυτές σε αναπροσαρμογές των χαρτοφυλακίων τους και επηρεάζει τους όρους χρηματοδότησης ενός κράτους και άλλων δημόσιων δανειοληπτών, των οποίων οι αξιολογήσεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εκείνη του κράτους.

Οι οίκοι αξιολόγησης συνδυάζουν ποσοτικά κριτήρια – δημοσιονομικό έλλειμμα, συναλλαγματικά αποθέματα κ.λπ. – και ποιοτικά κριτήρια – θεσμική ποιότητα, πολιτική σταθερότητα – στο πλαίσιο εσωτερικών μοντέλων. Στη συνέχεια, η αξιολόγηση εξετάζεται από μια επιτροπή, η οποία μπορεί να την προσαρμόσει εάν κρίνει ότι ορισμένα στοιχεία δεν έχουν ληφθεί επαρκώς υπόψη από το μοντέλο.

Οι οίκοι αξιολόγησης έχουν κατηγορηθεί επανειλημμένα ότι υποτίμησαν τις δυσκολίες ορισμένων κρατών πριν από τις κρίσεις και αντέδρασαν υπερβολικά, επιταχύνοντας τις υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας μόλις αποκαλύφθηκαν οι εντάσεις. Αυτές οι επικρίσεις, που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της ασιατικής κρίσης του 1997 και στη συνέχεια της κρίσης του δημόσιου χρέους στη ζώνη του ευρώ, παραπέμπουν στην έννοια της προκυκλικότητας (σ.σ. τάση των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών μεγεθών, όπως ο δανεισμός, οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων ή οι κεφαλαιακές απαιτήσεις, να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση με τον οικονομικό κύκλο, εντείνοντας έτσι τις διακυμάνσεις του).

Οι οίκοι αξιολόγησης φέρονται να είναι υπερβολικά αισιόδοξοι σε ευνοϊκές περιόδους και υπερβολικά απαισιόδοξοι όταν η κατάσταση επιδεινώνεται, συμβάλλοντας έτσι στην ενίσχυση των διακυμάνσεων των αγορών.

Η ελληνική κρίση έφερε στο προσκήνιο αυτή την κριτική. Οι οίκοι αξιολόγησης κατηγορήθηκαν ότι συνέβαλαν στη μετάδοση της κρίσης και στην κερδοσκοπία, ότι δημοσίευαν μεροληπτικές αξιολογήσεις, ότι στερούνταν διαφάνειας και ασκούσαν υπερβολική επιρροή στις εθνικές οικονομικές πολιτικές.