Η φρίκη της κυψέλης είναι άλλο ένα έγκλημα εναντίον παιδιών με ευθύνη της ελληνικής πολιτείας
Μαχαιρωμένα και κατεψυγμένα βρέφη δεν βλέπουμε συχνά. Ευτυχώς. Το σκηνικό της Κυψέλης είναι πραγματικά ακραίο. Γι΄αυτό και από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε, κυριαρχεί στη δημοσιότητα και τα κοινωνικά δίκτυα έχουν γεμίσει με κραυγές θυμού και απελπισίας.
Ωστόσο, αν προσπαθήσει κανείς να ξεθολώσει λίγο τον νου του από τη φρίκη, θα δει ότι το σχήμα κάτω από αυτή την τραγωδία είναι κάθε άλλο παρά πρωτόγνωρο.
Καθώς αποκαλύπτονταν, στοιχείο προς νοσηρό στοιχείο, οι λεπτομέρειες της υπόθεσης, αναρωτήθηκα πολλές φορές: Τρεις ενήλικοι χρήστες ουσιών με τρία ανήλικα σε προχωρημένη παραμέληση και κακοποίηση, όλοι μαζί όχι σε κάποιο απόμερο γκέτο αλλά στο κέντρο μεγάλης πόλης — δεν το λες ακριβώς διακριτική εικόνα. Πώς είναι δυνατόν τα παιδιά αυτά να έχουν φτάσει στις ηλικίες των 15, των 12 και των 9 και να μην έχουν πέσει στην αντίληψη κανενός; Να μην έχουν περάσει ποτέ, έστω λίγο, φευγαλέα, από το οπτικό πεδίο κάποιου αρμόδιου, κάποιας αρχής, κάποιου που έχει την αποστολή να προστατεύει παιδιά στη χώρα μας;
Υπέθετα, βέβαια, την απάντηση αλλά πολύ γρήγορα προέκυψε και η επιβεβαίωσή της. Φυσικά τα παιδιά είχαν πέσει στην αντίληψη των αρχών. Απλώς οι αρχές απέτυχαν να τα προστατέψουν.
Όμως, όταν λέμε ότι τα νοσοκομεία Παίδων έχουν αντικείμενο την περίθαλψη των ασθενών παιδιών και όχι τη φροντίδα των υγιών, αν και παραμελημένων ή κακοποιημένων, μεταξύ πολλών άλλων εννοούμε και αυτό:
Δεν σας προτρέπω ασφαλώς να το δοκιμάσετε αλλά αν οποιοσδήποτε μπει σε ένα νοσοκομείο Παίδων και μπορεί να πείσει ένα παιδί — επειδή είναι ο μπαμπάς του, λόγου χάρη — να τον ακολουθήσει, τότε έχει πολύ μεγάλες πιθανότητες να το πάρει από το χεράκι και να περάσει την πόρτα, δίχως να τον σταματήσει κανένας.
Από μια άποψη, είναι λογικό: κατά κανόνα, οι γονείς δεν εξαφανίζουν τα άρρωστα παιδιά τους από τα νοσοκομεία, θέλουν να γίνουν καλά. Τα νοσοκομεία δεν είναι φτιαγμένα να κρατούν μέσα αυτούς που θέλουν να βγάλουν τα παιδιά έξω.
Τι θα έπρεπε να είχε γίνει; Δεν αποτελεί κανένα βαθύ μυστήριο. Θα έπρεπε να λειτουργεί ο θεσμός της επείγουσας αναδοχής. Μ’ άλλα λόγια, από τη στιγμή της απομάκρυνσής τους από μια ακατάλληλη οικογένεια, τα παιδιά θα έπρεπε να τοποθετούνται σε μια ανάδοχη, η οποία βρίσκεται σε ετοιμότητα, έχει εκπαιδευτεί σχετικά και αμείβεται για την υπηρεσία της. Κι εκεί, πλαισιωμένα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον, θα έπρεπε να λαμβάνουν όλη την ψυχοκοινωνική υποστήριξη που έχουν ανάγκη, από ειδικούς επαγγελματίες της οργανωμένης Πρόνοιας.
Παράλληλα, η προηγούμενη οικογένεια, αυτή από την οποία αφαιρέθηκαν τα παιδιά, θα έπρεπε να υποστηρίζεται και αυτή. Καταλαβαίνω ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση της Κυψέλης, όπου υπάρχουν ενδείξεις τέλεσης ενός ή και περισσότερων ειδεχθών εγκλημάτων, αυτό είναι ανεδαφικό, όμως πάρα πολλές φορές η παραμέληση και η σωματική κακοποίηση των παιδιών είναι αποτελέσματα φτώχειας, περιθωριοποίησης, χρήσης ουσιών ή ψυχικών προκλήσεων. Και αυτά, ειδικά αν εντοπιστούν εγκαίρως, είναι ζητήματα που μια οργανωμένη Πρόνοια μπορεί να βοηθήσει τις οικογένειες να αντιμετωπίσουν, ώστε να επανενωθούν μετά από κάποιο διάστημα με τα παιδιά που τους έχουν αφαιρεθεί. Κάθε ειδικός παιδικής προστασίας που σέβεται τον εαυτό του παραδέχεται ότι, εκτός ακραίων περιπτώσεων κακοποίησης, ο στόχος πρέπει να είναι πάντοτε η επανένωση των οικογενειών.
Τίποτε από αυτά δεν λειτουργεί στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει ουσιαστικά επείγουσα αναδοχή. Οι κοινωνικές υπηρεσίες είναι υποστελεχωμένες και συχνά καλούνται να καλύψουν ειδικότητες για τις οποίες δεν έχουν εκπαιδευτεί. Οι συμβασιούχοι δεν καλύπτονται νομικά, ώστε να αναλαμβάνουν εισαγγελικές παραγγελίες. Η Πρόνοια εξακολουθεί να βασίζεται στα ιδρύματα, για τα οποία οι καταγγελίες εκ νέου κακοποίησης των παιδιών είναι συχνές. Επικρατεί χάος με διάφορα κέντρα ψυχικής υγείας και ιδιώτες πραγματογνώμονες, οι οποίοι καλούνται να γνωμοδοτήσουν, ελλείψει αξιόπιστων δημόσιων υπηρεσιών. Τα λίγο μεγαλύτερα παιδιά κλείνονται σε μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας, χωρίς να νοσούν, όπως διαπιστώνει ο Συνήγορος του Πολίτη, επειδή δεν έχουν πού αλλού να τα πάνε. Ενιαίο πρωτόκολλο δεν υπάρχει, με αποτέλεσμα ο καθένας να κάνει ό,τι του καπνίσει.
