Η φτωχοποίηση των εργαζομένων χρειάζεται περισσότερα από «συμφωνίες κυρίων» για συγκράτηση τιμών
Σε αυτή τη βάση η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι από τον Σεπτέμβρη θα υπάρξει ευρύτερη κοινωνική συμφωνία για μειώσεις στις τιμές.
Δεν θέλω να αμφισβητήσω το ότι η κυβέρνηση και ιδίως ο αρμόδιος υπουργός θέλουν όντως να δουν τις τιμές να μειώνονται. Σε τελική ανάλυση, με όλο το διάστημα από τον Σεπτέμβρη και μετά να είναι δυνητικά χρόνος διεξαγωγής εκλογών, εύλογο είναι να θέλουν να επιδείξουν έργο σε αυτόν τον τομέα, συνυπολογίζοντας πιθανώς ότι τα βήματα προς την ειρήνευση σε σχέση με τα Στενά του Ορμούζ θα οδηγήσουν και σε αποκλιμάκωση των τιμών των καυσίμων και της ενέργειας.
Κυρίως, όμως, η κυβέρνηση δεν θέλει να αντιμετωπίσει την άλλη όψη της ακρίβειας που είναι η αδυναμία τα εισοδήματα των εργαζόμενων να ακολουθούν την αύξηση του κόστους ζωής. Γιατί μπορεί η κυβέρνηση να επαίρεται για την ονομαστική αύξηση του κατώτερου μισθού ή του μέσου μισθού, όμως πάντα αποφεύγει να μιλήσει για το τι σημαίνει σε πραγματικούς όρους. Γιατί εκεί π.χ. προκύπτει, όπως σημείωσε πρόσφατα και η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, ότι το 2025 ο μέσος πραγματικός μισθός στη χώρα εξακολουθεί να υπολείπεται του 2009 με το μέσο πραγματικό ωρομίσθιο να είναι στο 73,5% του 2009. Σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης, που είναι ο κατεξοχήν δείκτης που ενδιαφέρει, οι ετήσιες καθαρές αποδοχές ενός εργαζομένου χωρίς παιδιά είναι στον πάτο της Ευρώπης με μόνο τη Βουλγαρία να βρίσκεται πιο χαμηλά.
Όμως, όσο φτωχότεροι σε πραγματικούς όρους γίνονται οι εργαζόμενοι, τόσο πιο έντονο γίνεται το πρόβλημα της ακρίβειας, ανεξαρτήτως επιμέρους μέτρων που μπορεί να πάρει η κυβέρνηση.
Και αυτός είναι ο λόγος που η χώρα όντως χρειάζεται πολιτική αλλαγή για να υπάρξει αλλαγή πολιτικής. Γιατί ορισμένα ώριμα και αναγκαία μέτρα για την αναδιανομή και για την ενίσχυση των εισοδημάτων των λαϊκών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης είναι έξω και πέρα από τον διανοητικό και πολιτικό ορίζοντα αυτής της κυβέρνηση, την ώρα που είναι περισσότερο παρά ποτέ επείγοντα.
