Οι «βόλτες» της δικογραφίας για τις υποκλοπές ας μην οδηγήσουν σε παραγραφή και συγκάλυψη
Η υπόθεση με τις υποκλοπές, το μεγαλύτερο ίσως σκάνδαλο παραβίασης κανόνων του κράτους δικαίου της Μεταπολίτευσης, δεν είχε από την αρχή την ποινική μεταχείριση που της αναλογούσε.
Για την ακρίβεια, στην αρχή οι όλοι χειρισμοί κατέτειναν πολύ περισσότερο σε μια προσπάθεια συγκάλυψης. Ενώ είχε αρχίσει μια μεθοδική έρευνα της υπόθεσης, η δικογραφία αφαιρέθηκε από τα χέρια των εισαγγελέων, υποτίθεται στο όνομα της αναβάθμισης της έρευνας, και ανατέθηκε σε αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με αποτέλεσμα το Πόρισμα Ζήση, το οποίο υιοθέτησε η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου.
Ως αποτέλεσμα αυτής της ενδελεχούς διερεύνησης το δικαστήριο αυτό όχι μόνο καταδίκασε τέσσερις ιδιώτες σε βαριές ποινές, αλλά και ζήτησε ουσιαστικά να ερευνηθούν ποινικά, για τα ίδια αδικήματα άλλα 9 πρόσωπα που εμπλέκονται στην υπόθεση, όπως και να διερευνηθεί εάν τεκμηριώνεται και το αδίκημα της κατασκοπείας.
Μάλιστα, το δικαστήριο προχώρησε και σε πολύ γρήγορη καθαρογραφή της απόφασης, ακριβώς για να μπορέσουν να ξεκινήσουν έγκαιρα και τα παρακάτω βήματα.
Η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, καθαρογράφτηκε και εστάλη στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών στις 20 Μαρτίου. Όπως επισημαίνουν νομικοί περιείχε πλήρη τεκμηρίωση, γιατί έπρεπε να ασκηθούν διώξεις και στα 9 επιπλέον πρόσωπα. Μόνο που αντί να προχωρήσουν άμεσα στην άσκηση των διώξεων πέρασαν δύο εβδομάδες και στη συνέχεια ανακοινώθηκε ότι η δικογραφία εστάλη στον Άρειο Πάγο όπου θα χρεωθεί – μετά τις αργίες κ.λπ. – σε κάποιο Αντιεισαγγελέα που είτε θα τη μελετήσει ή εξετάσει, με υπαρκτό κίνδυνο η καθυστέρηση να σημαίνει παραγραφές μέχρις ότου φτάσει σε πόρισμα και στη συνέχεια στη βάση του πορίσματος αυτού η Εισαγγελία Πρωτοδικών να ασκήσει διώξεις (γιατί μόνο αυτή μπορεί), είτε στην καλύτερη των περιπτώσεων να αντιληφθούν τον κίνδυνο παραγραφής και να τη στείλουν πίσω στην Εισαγγελία Πρωτοδικών.
Στην περίπτωση της κατασκοπείας η παραγραφή μπορεί να αποφευχθεί εάν θεωρηθεί ότι είναι σε βαθμό κακουργήματος. Όμως, αυτό προϋποθέτει την πραγματική βούληση να εξεταστεί η υπόθεση έτσι και βεβαίως να γίνει επιτέλους πραγματική εξέταση του υλικού και των προσώπων που ήταν στόχοι.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι σήμερα το χρέος της Δικαιοσύνης είναι να πάρει το νήμα της υπόθεσης των υποκλοπών από εκεί που το άφησε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο και όχι από το σημείο μηδέν που ήταν μετά το τέλος της έρευνας Ζήση. Γιατί οι υποκλοπές παραμένουν μια ανοιχτή θεσμική πληγή που όσο δεν αποδίδεται πραγματικά δικαιοσύνη λειτουργούν ως καταλύτης για ακόμη μεγαλύτερη κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και στη δημοκρατία.
