Οι κατώτατοι μισθοί στην εε για το 2026 - πού βρίσκεται η ελλάδα;
Την 1η Ιανουαρίου 2026, οι κατώτατοι μισθοί στην ΕΕ κυμαίνονταν από 620 ευρώ το μήνα στη Βουλγαρία έως 2.704 ευρώ στο Λουξεμβούργο. Αν και τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι οι εργαζόμενοι στο Λουξεμβούργο κερδίζουν σημαντικά περισσότερα, δεν αποτυπώνουν την πλήρη εικόνα.
Όσο για την Ελλάδα, η κυβέρνηση καλείται να αποφασίσει, το δεύτερο δεκαπενθήμερο Μαρτίου, για το ύψος της αύξησης στον κατώτατο μισθό από την 1η Απριλίου 2026. Με τα νέα δεδομένα, λόγω της ανόδου των τιμών στην ενέργεια, το ύψος της φετινής αύξησης στον κατώτατο μισθό εκτιμάται ότι θα αγγίξει τα 50 ευρώ (μεικτά), ώστε να διαμορφωθεί στα 930 ευρώ (από 880 ευρώ σήμερα).
Πρόκειται για το χαμηλότερο ωρομίσθιο, ημερήσιο ή μηνιαίο ποσό που οι εργοδότες μπορούν νόμιμα να καταβάλλουν στους εργαζομένους τους για την εργασία που παρέχουν. Το ποσό αυτό καθορίζεται από τη νομοθεσία κάθε χώρας ή από συλλογικές συμβάσεις και προστατεύει τους εργαζομένους από την καταβολή υπερβολικά χαμηλών μισθών. Στην ΕΕ, 22 από τα 27 κράτη μέλη έχουν θεσπίσει εθνικούς κατώτατους μισθούς. Εξαιρέσεις αποτελούν η Αυστρία, η Δανία, η Φινλανδία, η Ιταλία και η Σουηδία, όπου οι μισθοί καθορίζονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ συνδικάτων και εργοδοτών.
Πρώτον, ο κατώτατος μισθός παρέχει οικονομική ασφάλεια. Λειτουργεί ως ένα κρίσιμο δίχτυ ασφαλείας, διασφαλίζοντας ότι ακόμη και μια θέση εργασίας αρχικού επιπέδου θα σας αποφέρει αρκετά χρήματα για να καλύψετε βασικές ανάγκες όπως το ενοίκιο, τα τρόφιμα και τις μετακινήσεις. Επίσης, αποτρέπει την καταβολή αδικαιολόγητα χαμηλών μισθών μόνο και μόνο επειδή στερείστε εμπειρίας.
Όμως, δεν αφορά μόνο στους εργαζόμενους – η δίκαιη αμοιβή ωφελεί και τους εργοδότες, αφού οδηγεί σε ικανοποιημένους – και κατά συνέπεια, πιο παραγωγικούς – υπαλλήλους. Όχι σε όλες τις περιπτώσεις βέβαια – καθώς μιλάμε για κατώτατους μισθούς. Οι ευχαριστημένοι εργαζόμενοι, πάντως, είναι λιγότερο πιθανό να αναζητήσουν άλλη εργασία, πράγμα που σημαίνει ότι οι εργοδότες δαπανούν λιγότερα για την πρόσληψη και την κατάρτιση προσωπικού. Μια εταιρεία που καταβάλλει δίκαιους μισθούς έχει επίσης καλύτερη εικόνα, γεγονός που συμβάλλει στην προσέλκυση ταλαντούχων εργαζομένων, ιδίως μεταξύ των νεότερων που δίνουν προτεραιότητα στους εργοδότες με δίκαιη συμπεριφορά. Επιπλέον, όταν οι εργαζόμενοι κερδίζουν περισσότερα, ξοδεύουν και περισσότερα – ενισχύοντας τις τοπικές οικονομίες και αυξάνοντας τη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες, κάτι που ωφελεί και πάλι τις επιχειρήσεις.
Αν και τα πιο πρόσφατα επίσημα στατιστικά στοιχεία της ΕΕ παρέχουν μια γενική εικόνα, δεν αντικατοπτρίζουν το πόσο φτάνει στην πραγματικότητα ο κατώτατος μισθός στην καθημερινή ζωή. Το κόστος διαβίωσης παρουσιάζει μεγάλες διαφορές σε ολόκληρη την ΕΕ, ενώ οι χώρες με υψηλότερους μισθούς συχνά έχουν και υψηλότερους φόρους, καθώς και υψηλότερο κόστος στέγασης και υπηρεσιών. Οι τιμές αγοραστικής δύναμης βασίζονται σε ένα μέσο επίπεδο τιμών σε επίπεδο ΕΕ και όχι σε κάποια μεμονωμένη χώρα, πράγμα που σημαίνει ότι δείχνουν πόσο φτάνει ένας μισθός σε σχέση με το συνολικό κόστος διαβίωσης στην Ευρώπη.
Για παράδειγμα, ενώ ο κατώτατος μισθός στην Πολωνία είναι 1 139 ευρώ, η αγοραστική του δύναμη ανέρχεται σε περίπου 1 500 ευρώ – πράγμα που σημαίνει ότι στην Πολωνία μπορείτε να αγοράσετε περίπου την ίδια ποσότητα τροφίμων και άλλων βασικών ειδών που θα αγοράζατε με 1.500 ευρώ σε χώρες με υψηλότερο κόστος διαβίωσης, όπως η Γερμανία ή η Γαλλία. Αυτό δείχνει ότι ένας υψηλότερος κατώτατος μισθός δεν μεταφράζεται πάντα σε μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη σε τοπικό επίπεδο.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat (σε όρους Μονάδων Αγοραστικής Δύναμης – PPS), κατατάσσεται σταθερά στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συχνά ανταγωνιζόμενη την Βουλγαρία για την τελευταία θέση. Αυτό το χάσμα αποδεικνύει ότι οι ονομαστικές αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, αν και θετικές ως μέτρο, έχουν εξανεμιστεί από τον σωρευτικό πληθωρισμό της τελευταίας τριετίας.
