←
Οι λαοί λένε την τελευταία λέξη

Οι λαοί λένε την τελευταία λέξη

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Εάν κανείς παρακολουθήσει τη δημόσια συζήτηση στη χώρα θα παρατηρήσει ότι το βασικό άγχος πολλών δημοσιολογούντων είναι με ποιον τρόπο θα εξασφαλιστεί η συνέχιση της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, ακόμη και όταν είναι παραπάνω από σαφές ότι έχει χάσει εδώ και καιρό την ουσιαστική νομιμοποίηση μέσα στην κοινωνία και ότι εάν γίνονταν εκλογές αυτή τη στιγμή, θα έπαιρνε ένα ποσοστό που θα σήμαινε ότι έχει χάσει και την τυπική νομιμοποίηση.

Όλο αυτό έχει να κάνει με τις νοοτροπίες ανθρώπων που έχουν κολλήσει σε ιδεολογίες (και συμφέροντα) που αναδύθηκαν στη δεκαετία του 1990, οδήγησαν τη χώρα στην υπερχρέωση στο τέλος της δεκαετίας του 2000 και στην περίοδο της κρίσης αντιμετώπισαν με κυνισμό και περιφρόνηση τους ανθρώπους που κατέβηκαν στο δρόμο για να εκφράσουν την αγανάκτησή τους και με ξεχωριστή εχθροπάθεια – ενίοτε με μεγαλύτερο μένος και από τους εκπροσώπους της Τρόικας – τις πολιτικές δυνάμεις που υποστήριξαν ότι τα Μνημόνια φέρνουν την πολιτική και κοινωνική καταστροφή.

Γι’ αυτό και ήταν πραγματικά ελπιδοφόρα τα μηνύματα από τις εκλογές που έγιναν σε δύο διαφορετικά μέρη του κόσμου, σε δύο χώρες με διαφορετικό μέγεθος και με πολύ διαφορετικές ιστορίες: τη Βραζιλία και τη Σερβία. Όμως, αυτό που τις ενώνει είναι το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις την τελευταία λέξη την είχαν οι λαοί.

Στη Βραζιλία τα λαϊκά στρώματα βρέθηκαν αντιμέτωπα με το ενδεχόμενο να επιστρέψει στην εξουσία μια αυταρχική ακροδεξιά που υποστήριζε την αναίρεση των όποιων κατακτήσεων εξασφαλίστηκαν από τις κυβερνήσεις του Λούλα. Και κατάφεραν, κόντρα στα προγνωστικά να τον επανεκλέξουν.

Και στις δύο περιπτώσεις αυτό που έκανε τη διαφορά ήταν η λαϊκή κινητοποίηση, η ενεργοποίηση της κοινωνίας και η προσπάθεια για αυξημένη συμμετοχή στις εκλογές. Και έχει ιδιαίτερη σημασία ότι και στις δύο περιπτώσεις η συμμετοχή στις εκλογές ήταν αυξημένη. Στη Βραζιλία στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, η συμμετοχή αυξήθηκε και ξεπέρασε το 80% και στη Σερβία υπήρξε μια εντυπωσιακή αύξηση της συμμετοχής κατά 10%. Είναι σαφές ότι και στις δύο περιπτώσεις η αύξηση της συμμετοχής συνέβαλε και αυτή στο τελικό αποτέλεσμα.

Όλα αυτά δεν πρέπει να τα θεωρούμε μακρινά. Γιατί και στη χώρα μας αυτό που στην πραγματικότητα τίθεται είναι ένα μεγάλο δίλημμα: εάν διατηρηθεί το σημερινό καθεστώς ή όχι, εάν η χώρα θα παραμείνει μέσα σε αυτή τη συνθήκη βαθιάς κοινωνικής κρίσης, εάν θα αποκατασταθεί η ίδια η λειτουργία της δημοκρατίας.

Και τότε τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας θα είναι, εκ των πραγμάτων πολύ μικρότερα. Και το αφήγημα που θέλει τον Κυριάκο Μητσοτάκη να είναι η μόνη πραγματική λύση διακυβέρνησης θα έχει καταρρεύσει και αντιθέτως θα έχει φανεί ότι στα μάτια της κοινωνίας είναι μια κυβέρνηση ανεπιθύμητη.