Οι θλιβερές συνέπειες της παθητικής διπλωματίας και το υπερθέαμα της συνάντησης τραμπ - ερντογάν
Όχι γιατί δεν είναι θεμιτό σε ηγέτες αυτού του μεγέθους να εκφράζουν τα συναισθήματα που τρέφουν ο ένας για τον άλλο. Αλλά αν υπάρχει κάποιο μέτρο στάθμισης συναισθημάτων διεθνών ηγετών, η έκφραση της ευαρέσκειας του Τραμπ προς τον Ερντογάν έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο και η συνάντηση της Άγκυρας ήταν ακόμη ένα επεισόδιο.
Και μάλιστα είναι εντυπωσιακό ότι ενώ ο Αμερικανός εγκωμίαζε σε υπερθετικό βαθμό τον οικοδεσπότη του εκείνος ήταν πολύ πιο συγκρατημένος. Ποια είναι λοιπόν η ισορροπία στη σχέση των δύο ανδρών αν κρίνουμε από τη γλώσσα του σώματος;
Με δεδομένο ότι ο Τραμπ σπανίως εκφράζεται θετικά για οποιονδήποτε – δείγμα του υπερναρκισσιστικού του εγώ- η διαχρονική του έκδηλη προτίμηση στον Ερντογάν πιστοποιεί ένα γνήσιο θαυμασμό ή μια γνήσια ταύτιση συμφερόντων ή και τα δύο. Αυτή η διάθεση παραμένει ισχυρή ενώ σε άλλες περιπτώσεις, π.χ., Μελόνι, έχει αλλάξει. Δείγμα ότι η τουρκική πλευρά έχει μάθει πως πρέπει να χειρίζεται τον Αμερικανό πρόεδρο.
Αυτό είναι ένα χρήσιμο συμπέρασμα για την ελληνική διπλωματία. Ουδείς ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να ακολουθήσει το τουρκικό μοντέλο, άλλωστε το πολίτευμα μας και ο τύπος των ηγετών που ψηφίζουμε είναι ευτυχώς διαφορετικό. Αλλά η έλλειψη διαύλων επικοινωνίας με τη σημερινή αμερικανική κυβέρνηση είναι εμφανής.
Δεν είναι κρυφό ότι στην Ουάσιγκτον η επιρροή του ελληνο-αμερικανικού λόμπυ έχει μειωθεί και λόγω εσωτερικών ερίδων. Εξαρτώμεθα από το ισραηλινό λόμπυ και αυτό μπορεί να ενισχύει κάποιες θέσεις μας αλλά δεν μπορεί να εξυπηρετεί πάντα τις δικές μας προτεραιότητες.
Ωστόσο, η εξωτερική πολιτική δεν είναι αρμοδιότητα των λόμπυ, το τελευταίο είναι εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι δεν κάνει σωστά η ελληνική διπλωματία για να ενισχύσει την επιρροή της σε σημαντικά για τα εθνικά συμφέροντα κέντρα και αυτό ισχύει τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για τους Ευρωπαίους εταίρους μας.
Είναι γεγονός ότι το ειδικό βάρος της Τουρκίας έχει αυξηθεί λόγω των αλλαγών στις διεθνείς ισορροπίες και τις δυνατότητες της να παράσχει στήριξη και μεσολάβηση στη διαχείριση κρίσεων. Αλλά διαθέτει μια ενεργητική διπλωματία που δεν διστάζει να παρεμβαίνει τόσο σε ζητήματα ύψιστης όσο και χαμηλότερης προτεραιότητας για την ίδια.
Αντιθέτως, η ελληνική διπλωματία είναι παθητική, εγκλωβισμένη στην κουλτούρα της ακινησίας και της μετάθεσης της επίλυσης διαφορών στο μέλλον που φροντίζει να απομακρύνεται διαρκώς.
Για να είμαστε σαφείς, προφανώς και δεν θα μπορούσε η ελληνική διπλωματία να επηρεάσει τη χημεία Τραμπ-Ερντογάν. Αλλά, ας αναρωτηθούμε, ποιες είναι οι πρωτοβουλίες που ανέπτυξε το τελευταίο εξάμηνο για να ενισχύσει τη θέση της χώρας αν όχι στο αμερικανικό αλλά στο ευρωπαϊκό περιβάλλον όταν είναι πρόδηλο ότι οι εταίροι μας, ακόμη και ο στρατηγικός μας Μακρόν, συζητούν τη συνεργασία με την Τουρκία για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής άμυνας.
Ένα ακόμη μέτρο σύγκρισης της επιρροής μιας χώρας: οι επίσημες επισκέψεις. Πόσοι ξένοι ηγέτες έχουν επισκεφθεί την Ελλάδα το τελευταίο διάστημα; Πόσες επίσημες επισκέψεις έχουν πραγματοποιήσει ο καθόλα εξαγώγιμος Πρωθυπουργός ή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας;
