Μια χώρα χωρίς αναπτυξιακή πυξίδα
Παρότι τυπικά λήγει στις 31 Αυγούστου, επί της ουσίας για το Ταμείο Ανάκαμψης είναι η ώρα του απολογισμού. Αυτό δεν αφορά μόνο το πόσα έργα απεντάχθηκαν από το πρόγραμμα γιατί δεν ήταν εφικτό να ολοκληρωθούν εντός των χρονοδιαγραμμάτων και της σαφούς ημερομηνίας λήξης. Αφορά και το χνάρι που άφησαν τελικά τα έργα που χρηματοδοτήθηκαν.
Η κυβέρνηση, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, σπεύδει να κάνει θετικό απολογισμό. Βεβαίως, ο απολογισμός της αναμειγνύει επενδύσεις με ιατρικές εξετάσεις (που κανονικά θα έπρεπε να προσφέρονταν ούτως ή άλλως), έργα υποδομών με διαδραστικούς πίνακες στα σχολεία, ενεργειακά έργα με το ψηφιακό φροντιστήριο.
Δεν θέλω να φανώ μίζερος και να υποτιμήσω την αναγκαιότητα του ενός ή του άλλου έργου. Κυρίως θέλω να σταθώ στο εάν αυτά τα χρήματα, 36 δισεκατομμύρια ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια, όντως αξιοποιήθηκαν για να αλλάξει η χώρα. Για να ανοίξει μια νέα αναπτυξιακή προοπτική, με έμφαση σε οικονομικούς κλάδους και δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας και σε καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, στη βιωσιμότητα, στην ανθεκτικότητα και κυρίως στη μεσομακροπρόθεσμη δυναμική.
Και εκεί τα πράγματα αρχίζουν και γίνονται πιο σύνθετα. Σίγουρα, κάποια έργα εντάσσονται σε αυτή την αναπτυξιακή στρατηγική, όπως είναι όλα όσα αφορούν την ενέργεια και ειδικότερα την πράσινη μετάβαση. Κάποια άλλα, όπως είναι οι επενδύσεις στους οδικούς άξονες, ή στο να φτάσουν οι οπτικές ίνες παντού, επίσης εντάσσονται στην ευρύτερη έννοια των υποδομών που προωθούν την ανάπτυξη. Σίγουρα αρκετές ενισχύσεις μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων πήγαν στην κατεύθυνση της αναβάθμισης του εξοπλισμού. Όμως, πέραν αυτών; Και επίσης μια σειρά από μεγάλα project στη ευρύτερη κατηγορία real estate, που επίσης ενισχύθηκαν, σε ποιο βαθμό θα δημιουργήσουν μια άλλη αναπτυξιακή δυναμική; Εκτός και εάν όντως θέλουμε μια ανάπτυξη Golden Visa…
Δεν τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά η κυβέρνηση; Θα ήταν άδικο να πούμε πως όχι. Όμως, εν τω μεταξύ παραμένει εγκλωβισμένη σε μια αντίληψη για την οικονομία που δεν μπορεί να κάνει πράξη τέτοιους σχεδιασμούς. Όταν το πολιτικό δυναμικό της κυβερνητικής παράταξης είναι διαπαιδαγωγημένο στην αντίληψη ότι δεν χρειάζεται κράτος και σχεδιασμός και όλα θα τα λύσει η αγορά, τότε πολύ δύσκολα θα μπορεί να δει τέτοιες χρηματοδοτικές δυνατότητες ως ευκαιρίες για ένα πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο. Αντιθέτως, κυρίως θα προσπαθήσει να τονώσει την επιχειρηματικότητα, ελπίζοντας ότι αυτό θα πάρει χαρακτηριστικά μιας συνολικότερης δυναμικής.
Τα πράγματα δεν κάνει καλύτερα μια άλλη διάσταση της πρακτικής αυτής της κυβέρνησης. Και αυτή είναι ότι η κυβέρνηση δεν είναι γενικά προσανατολισμένη στο να ενισχύσει τον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα. Σε τελική ανάλυση εφόσον έχουμε οικονομία της αγοράς, κάθε κυβέρνηση πρέπει να στηρίζει τις επιχειρήσεις. Το πρόβλημα έγκειται στο πώς τις στηρίζει, στο εάν έχει ένα σχέδιο, στο εάν βάζει προτεραιότητες, ή εάν, αντίθετα, αυτό που κάνει είναι πρωτίστως να εξυπηρετεί επιχειρήσεις και μάλιστα συγκεκριμένες. Γιατί τότε το αποτέλεσμα είναι προφανώς οι επιχειρήσεις που ενισχύονται να είναι χαρούμενες, να έχουν πολύ καλύτερους ισολογισμούς, αλλά το πώς όλα αυτά εντάσσονται σε ένα σχέδιο για την επόμενη μέρα να παραμένει ασαφές.
Όμως, όλα αυτά, ακόμη και όταν δεν καταλήγουν σε πρακτικές διασπάθισης, έχουν ως αποτέλεσμα να μην παράγουν την αναπτυξιακή δυναμική που θα μπορούσαν. Και αυτή δεν θα κριθεί φέτος, που ακόμη ρέει χρήμα από το Ταμείο Ανάκαμψης και υλοποιούνται έργα, αλλά του χρόνου και αργότερα, οπότε θα φανεί εάν αυτά τα χρήματα έπιασαν τόπο ή απλώς μοιράστηκαν.
