Μια ευρώπη που διαρκώς περνάει κάτω από τον πήχη
Άλλη μια σύνοδος κορυφής της ΕΕ, στην επίσημη ορολογία των Βρυξελλών ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τελείωσε. Βγήκαν κάποια συμπεράσματα, έκαναν και οι ηγέτες τις απαραίτητες δηλώσεις, συνήθως για εσωτερική κατανάλωση, προηγήθηκαν και οι απαραίτητες διαρροές για το ποιες ήταν οι δραματικές στιγμές.
Στην πραγματικότητα πολύ λίγα. Ιδίως για όλα αυτά γύρω από τα οποία οι ηγέτες της Ευρώπης θα έπρεπε όντως να πάρουν αποφάσεις.
Γιατί δεν θα πρέπει να έχουμε καμία αμφιβολία. Οι κρίσιμες αποφάσεις στην ΕΕ δεν λαμβάνονται στις συνεδριάσεις του Ευρωκοινοβουλίου, ακόμη και εάν έχουν αναβαθμιστεί οι αρμοδιότητές του, ούτε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όσο και εάν παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση της ευρωπαϊκής καθημερινότητας. Οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται στο επίπεδο των αρχηγών κρατών και αφορούν διαπραγμάτευση μεταξύ κρατών.
Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί ξέρουμε καλά – το είδαμε άλλωστε και στην πανδημία – ότι όσες φορές και εάν κλίνουν την αλληλεγγύη σε όλες τις πτώσεις όταν έρχεται η ώρα της ανάληψης του κόστους, τότε προέχουν οι εθνικές προτεραιότητες. Ιδίως σε μία εποχή όπου απουσιάζουν εκείνοι οι ηγέτες που θα αντιλαμβάνονταν την προτεραιότητα της ευρωπαϊκής συνοχής και θα συνέδεαν την πρόοδο της δικής τους χώρας με το βάθεμα της ενοποίησης.
Στο τέλος προφανώς θα βρεθεί κάποιος συμβιβασμός, με όλη την απαραίτητη καθυστέρηση, προφανώς πιο χαμηλά από τα προσχέδια, όμως άλλη μια ευκαιρία για να αξιοποιηθεί ο προϋπολογισμός ως πραγματικός μηχανισμός αλληλεγγύης και συνοχής θα έχει χαθεί και το Ταμείο Ανάκαμψης θα είναι απλώς μια αναλαμπή χωρίς επανάληψη.
Αντίστοιχα, γύρω από το ένα θέμα όπου η Ευρώπη οφείλει να βρει μια κοινή αντιμετώπιση, που είναι η κρίση κόστους ζωής και ιδίως ως προς τα ενεργειακά, πάλι απουσιάζει η κοινή βούληση να ληφθούν τώρα μέτρα και όλα παραπέμπονται στο όταν και εάν χρειαστεί. Πράγμα που σημαίνει ότι στο τέλος οι πολίτες θα πληρώσουν το κόστος και άμεσα και μέσα από τη συνολικότερη αύξηση του πληθωρισμού.
Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι σε μεγάλο βαθμό η αδυναμία της Ευρώπης να είναι πραγματικά μια δύναμη σταθερότητας και ειρήνης και σε σχέση με τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία και σε σχέση με τη Μέση Ανατολή, που επιτείνει το πρόβλημα με τις τιμές των καυσίμων. Ακόμη χειρότερα: ειδικά σε σχέση με τον πόλεμο στην Ουκρανία η Ευρώπη συμπεριφέρεται ως να θέλει να παραταθεί ο πόλεμος, αντί να πρωταγωνιστεί στην προσπάθεια για ειρήνευση.
Αναρωτιέται κανείς, όταν τα βλέπει αυτά, πώς θα μπορούσε αυτή η Ευρώπη να αντιμετωπίσει τις μεγάλες προκλήσεις του μέλλοντος, από τους πολέμους και τις γεωπολιτικές διαιρέσεις ως τα ανοιχτά ερωτήματα για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Και μπορεί να κάνει εξαγγελίες ότι θα ενισχύσει την εγχώρια βιομηχανική παραγωγή και θα περιορίσει τις εισαγωγές από την Κίνα, αλλά την ίδια στιγμή εξακολουθεί να εξαρτάται από κρίσιμες εισαγωγές πρώτων υλών και τεχνολογίας.
Και βέβαια το πρόβλημα δεν είναι απλώς ζήτημα ηγεσίας. Όχι γιατί οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν αποδεικνύονται σήμερα στις περισσότερες περιπτώσεις κατώτεροι των περιστάσεων, αλλά γιατί το πρόβλημα είναι βαθύτερο και αφορά την αδυναμία των ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ, από τα κόμματα και τα think tanks μέχρι τα ΜΜΕ, να μπορούν να στοχαστούν αποτελεσματικά και πέρα από κλισέ το τι σημαίνουν έννοιες όπως δημοκρατία, κοινωνικό κράτος, και διεθνής τάξη με κανόνες σε μια εποχή όπως η σημερινή.
Και αυτό απλώς προσθέτει έναν ακόμη λόγο γιατί είναι αναγκαία σήμερα μια ριζική αλλαγή πολιτικής στη χώρα. Γιατί είναι ο μόνος δρόμος ώστε μια εναλλακτική διακυβέρνηση να μπορέσει να δώσει, πολύ πιο αποτελεσματικά, τη δύσκολη μάχη μέσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς για μια Ευρώπη που δεν περνάει κάτω από τον πήχη.
