Μια κυβέρνηση σε αποδρομή δεν μπορεί να φαντασιώνεται ότι θα αλλάξει το θεσμικό dna της χώρας
Η φιλοδοξία δεν είναι κακό πράγμα. Όπως κινητοποιεί τα άτομα να πετύχουν τους στόχους τους, έτσι μπορεί και να κινητοποιήσει μια παράταξη ή ένα πολιτικό κόμμα. Αρκεί βέβαια η παράταξη αυτή να έχει επίγνωση του πραγματικού συσχετισμού δύναμης.
Και εδώ έχουμε το πρώτο σοβαρό πρόβλημα με την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μια εξαιρετικά φιλόδοξη πρόταση που ουσιαστικά αλλάζει κρίσιμες πλευρές του πολιτεύματος και που μετασχηματίζει τους όρους της πολιτικής διαδικασίας στη χώρα, κατατίθεται από μια κυβέρνηση που είναι σε αποδρομή και από ένα κόμμα που αυτή τη στιγμή όλα δείχνουν ότι θα αγκομαχήσει για να φτάσει το 25% όταν γίνουν εκλογές.
Σε τελική ανάλυση την – ανύπαρκτη – θεσμικότητά της η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας την απέδειξε με τον τρόπο που αρνήθηκε να αναλάβει την πραγματική ευθύνη για το τεράστιο σκάνδαλο των υποκλοπών, που εκθέτει διεθνώς τη χώρα αλλά και με το πώς μεθοδεύει την ατιμωρησία των στελεχών της για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, συμπεριλαμβανομένης της πρωτοφανούς απαξίωσης από κορυφαία κυβερνητικά στελέχη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, δηλαδή ενός ευρωπαϊκού θεσμού.
Γιατί η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν είναι ούτε φάση του προεκλογικού αγώνα, ούτε πλευρά της πολιτικής επικοινωνίας. Η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι η θεσμική στιγμή όπου στη βάση της εμπειρίας και με βάση ευρύτερη συζήτηση και πρωτίστως συναίνεση εξετάζουμε πώς θα κάνουμε την δημοκρατία μας καλύτερη, τη δικαιοσύνη αμερόληπτη, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ισχυρότερη, το κράτος πιο αποτελεσματικό και φιλικό προς τους πολίτες. Και όλα αυτά η Νέα Δημοκρατία, αποδεδειγμένα, δεν μπορεί να τα εξασφαλίσει.
