Γιατί η Ελλάδα χάνει τη μάχη του ακαδημαϊκού brain regain

Γιατί η Ελλάδα χάνει τη μάχη του ακαδημαϊκού brain regain

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, η συζήτηση για το λεγόμενο brain drain στην Ελλάδα επανέρχεται στην επικαιρότητα μαζί με κάθε κρίση. Το κύμα φυγής κάθε φορά επιχειρείται να αντιστραφεί με εξαγγελίες, ενώ επιμέρους πρωτοβουλίες όπως το brain regain επιχειρούν να δελεάσουν τους επιστήμονες που έχουν φύγει στο εξωτερικό. Παρόλα αυτά, μια από τις μεγαλύτερες ευκαιρίες των τελευταίων δεκαετιών προκειμένου η χώρα να προσεγγίσει ακαδημαϊκούς από ξένα πανεπιστήμια, φαίνεται να περνά αναξιοποίητη.

Τα ιδρύματα σε ολόκληρη την Ευρώπη προσπαθούν να δελεάσουν τους καθηγητές των Αμερικανικών πανεπιστημίων, επωφελούμενα την αναστάτωση που προκαλεί στην αμερικανική ανώτατη εκπαίδευση η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ. Αντίστοιχη αναστάτωση προκαλεί και η στροφή σε ένα συντηρητικό σκεπτικισμό απέναντι στην επιστήμη. Η Ελλάδα όμως σε αυτό το παράθυρο ευκαιρίας που ανοίγει,  δείχνει απροετοίμαστη.

Πανεπιστήμια στην Ολλανδία, την Ελβετία, τη Σουηδία ή το Βέλγιο ανοίγουν τις πόρτες τους σε καταξιωμένους καθηγητές από τις ΗΠΑ, δημιουργώντας  γρήγορες διαδικασίες κρίσης και θεσμικές εγγυήσεις ακαδημαϊκής ελευθερίας. Η Ελλάδα, αντίθετα, παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα σύστημα χωρίς εσωτερική δυναμική, χωρίς πόρους και κυρίως χωρίς στρατηγική.

Στις ΗΠΑ αρκετές πολιτείες, ακολουθώντας την πολιτική του Τραμπ, περικόπτουν τη χρηματοδότηση, επιβάλλουν περιορισμούς σε γνωστικά αντικείμενα που θεωρούνται “προοδευτικά”, ενώ ταυτόχρονα σφίγγουν τον ελεγκτικό κλοιό για τις διοικήσεις των πανεπιστημίων. Τους τελευταίους μήνες όλο και περισσότεροι ακαδημαϊκοί στις ΗΠΑ αναφέρουν ότι αναγκάζονται να αυτολογοκριθούν είτε στον τομέα της έρευνας, είτε στη διδασκαλία τους.

Με το υπό διαμόρφωση νέο σκηνικό στις ΗΠΑ, πανεπιστήμια κυρίως από την κεντρική και βόρεια Ευρώπη, αναζητούν τρόπους να προσελκύσουν καθηγητές που τους απομακρύνει από τις  ΗΠΑ η πολιτική του Τραμπ. Το σχέδιο περιλαμβάνει ειδικές προσκλήσεις για καθηγητές από το εξωτερικό, στοχευμένη ενίσχυση ερευνητικών προγραμμάτων και διοικητική αυτονομία που επιτρέπει γρήγορες αποφάσεις.

Το νέο πλαίσιο έχει φέρει κινητικότητα και από την πλευρά των ακαδημαϊκών. Ελβετικά και Ολλανδικά πανεπιστήμια καταγράφουν αύξηση έως και 30% στις αιτήσεις Πανεπιστημιακών από τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα σε πεδία όπως οι κοινωνικές επιστήμες, η τεχνητή νοημοσύνη και η φιλοσοφία. Τα κίνητρα δεν είναι μόνο πολιτικά. Η επαγγελματική σταθερότητα, οι καλύτερες συνθήκες για την οικογενειακή ζωή, αλλά και η πίστη στις παραδοσιακές αρχές που στηρίζουν την ελευθερία του λόγου και της ακαδημαϊκής έρευνας, λειτουργούν ως ισχυρά πλεονεκτήματα υπέρ της Ευρώπης.

Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πολλοί Έλληνες ακαδημαϊκοί σε αμερικανικά πανεπιστήμια, η χώρα δεν καταφέρνει να συμμετάσχει σε αυτή την κινητικότητα. Ορισμένες σχολές, κυρίως στις θετικές επιστήμες, καταφέρνουν να επαναπατρίσουν μεμονωμένα μέλη ΔΕΠ. Όμως πρόκειται για εξαιρέσεις και για όχι για ένα κύμα επιστροφής στην πατρίδα.

Η αδυναμία της χώρας να μπορέσει να κερδίσει από τη συγκυρία, έχει βασική αιτία την υποχρηματοδότηση. Η κρατική δαπάνη για την τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι πολύ κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε, οι ετήσιες δημόσιες δαπάνες σε πανεπιστημιακή έρευνα παραμένουν στάσιμες, ενώ η χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων τις περισσότερες φορές δεν καλύπτουν ούτε τις λειτουργικές ανάγκες. Πολλά πανεπιστήμια δεν έχουν τη δυνατότητα να προσλάβουν βοηθητικό προσωπικό ή να συντηρήσουν βασικές υποδομές, πόσο μάλλον να ανταγωνιστούν διεθνώς για την προσέλκυση κορυφαίων επιστημόνων.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο ακαδημαϊκό. Η αδυναμία των ελληνικών ΑΕΙ να κάνουν έρευνα, αποτελεί πρόβλημα και για την οικονομία. Σε χώρες όπως η Γερμανία ή η Σουηδία, τα πανεπιστήμια λειτουργούν ως κόμβοι καινοτομίας που συνδέονται με τη βιομηχανία, τις εταιρείες start-up, τα τεχνολογικά πάρκα και τα επενδυτικά σχήματα. Στην Ελλάδα, αυτή η διασύνδεση είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

Οι επιχειρήσεις, ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες, σπάνια απευθύνονται στα πανεπιστήμια για να τους βρουν λύσεις, να αποκτήσουν τεχνογνωσία ή να προχωρήσουν σε συνεργασία. Το πρόβλημα δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ότι δεν υπάρχει δίαυλος που θα φέρει τις επιχειρήσεις σε επαφή με τα πανεπιστήμια, αλλά και στο γεγονός ότι τα ίδια τα ΑΕΙ αδυνατούν να αναπτύξουν καινοτόμα προγράμματα ή να στελεχώσουν διεπιστημονικά εργαστήρια. Η αδυναμία παραγωγής εφαρμοσμένης γνώσης επιδρά και στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας, η οποία εξαρτάται αποκλειστικά από εισαγόμενες τεχνολογίες και περιορισμένη έρευνα και ανάπτυξη.