Γιατί κινδυνεύει να εξαφανιστεί το κοινωνικό κράτος στην ευρώπη;
Το κλίμα στην Ευρώπη για το κοινωνικό κράτος έχει αλλάξει. Ο επανεξοπλισμός, η ανταγωνιστικότητα, η απλοποίηση και η στρατηγική αυτονομία καταλαμβάνουν πλέον την ατζέντα, ενώ επικρατεί μια φαινομενικά λογική συναίνεση ότι οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες πρέπει να χρηματοδοτηθούν εις βάρος των κοινωνικών παροχών.
Και ο λόγος είναι ο εξής: Ας εξετάσουμε πρώτα την ουσία. Η στρατηγική ανάπτυξης της Ευρώπης έχει απομακρυνθεί σημαντικά από την τιμωρητική πολιτική μείωσης του κόστους εργασίας ανά μονάδα παραγωγής των αρχών της δεκαετίας του 2010 και έχει στραφεί προς μια προσέγγιση πιο προσανατολισμένη στις ικανότητες: την προώθηση της ισόρροπης από άποψη φύλου απασχόλησης και της παραγωγικότητας μέσω των δεξιοτήτων, της δια βίου μάθησης, της ενεργού γήρανσης, της ευέλικτης συνταξιοδότησης και της στήριξης των οικογενειών με δύο εισοδήματα.
Δεύτερον, και σε στενή σχέση με το παραπάνω, η ουσιαστική επανάσταση συνοδεύτηκε από μια επανάσταση στη διακυβέρνηση. Το τυπικό νεοκλασικό πρότυπο έθετε ως αφετηρία για την ανάλυση των πολιτικών μια εξιδανικευμένη, αυτορυθμιζόμενη αγορά σε μια βέλτιστη νομισματική ζώνη, από την οποία οι περίπλοκες πραγματικότητες των ρυθμιζόμενων αγορών εργασίας και οι σημαντικές δεσμεύσεις κοινωνικής πρόνοιας εμφανίζονταν ως στρεβλώσεις που έπρεπε να διορθωθούν. Αυτά ήταν τα αποσυνδεδεμένα από το πλαίσιο μοντέλα που βρισκόταν πίσω από τις Ετήσιες Εκθέσεις Ανάπτυξης της Μεγάλης Ύφεσης.
Καθώς ο στόχος έχει μετατοπιστεί προς την ανθεκτικότητα, η ανάλυση έχει αποκτήσει συγκριτικό χαρακτήρα – δίνοντας προσοχή σε ό,τι είναι εμπειρικά παρόν όσον αφορά στα θεσμικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Αυτή είναι και η λογική του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.
Τρίτον, από πού προήλθαν αυτές οι αλλαγές; Το εύσημο ανήκει σίγουρα στην Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (EMPL), η οποία υποστήριζε υπομονετικά από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 – μέσω της ανοικτής μεθόδου συντονισμού και, αργότερα, του Πακέτου Κοινωνικών Επενδύσεων του 2013 – ότι η κοινωνική πολιτική μπορεί να αποτελέσει παραγωγικό παράγοντα.
Τέταρτον, τα στοιχεία δεν ήταν ποτέ πιο πειστικά, σημειώνεται χαρακτηριστικά σε δημοσίευμα του Social Europe. Η απασχόληση αυξάνεται και η φτώχεια μειώνεται· τα ποσοστά των ατόμων που δεν εργάζονται, δεν σπουδάζουν και δεν παρακολουθούν προγράμματα κατάρτισης και της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου έχουν μειωθεί· η τριτοβάθμια εκπαίδευση και η εκπαίδευση ενηλίκων έχουν αυξηθεί· η επαγγελματική ζωή παρατείνεται χάρη στην ενεργό γήρανση· τα χάσματα μεταξύ των φύλων μειώνονται· και η αύξηση των μισθών είναι ισχυρή όπου ισχύουν τα νόμιμα κατώτατα όρια και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Η ποιότητα της εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στην κοινωνική προστασία, θεωρείται πλέον ευρέως ως αναπόσπαστο στοιχείο της ανταγωνιστικότητας και όχι ως εμπόδιο σε αυτήν. Αυτά δεν αποτελούν πλέον αμφισβητούμενες θέσεις. Ωστόσο, οι εναπομένουσες ευπάθειες είναι εξίσου διδακτικές: ανάπτυξη που καθοδηγείται περισσότερο από την αύξηση της απασχόλησης παρά από την παραγωγικότητα· προσωρινές συμβάσεις που συγκεντρώνονται στους νέους και στις γυναίκες· χαμηλόμισθη εργασία μέσω πλατφορμών και κενά προστασίας για τους αυτοαπασχολούμενους· κατώτατα όρια εισοδήματος, υπερβολικά πενιχρά για να βγάλουν τους ανθρώπους από τη φτώχεια· μονογονεϊκές οικογένειες που βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση σχεδόν παντού· επίμονα υψηλή παιδική φτώχεια· μαθησιακές απώλειες μετά την πανδημία· και κόστος στέγασης που επιβαρύνει περισσότερο τους φτωχούς, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού. Τόσο τα επιτεύγματα όσο και τα κενά δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση – προς περισσότερες κοινωνικές επενδύσεις, όχι λιγότερες.
Τα κράτη πρόνοιας που ήταν περισσότερο προσανατολισμένα προς τις κοινωνικές επενδύσεις ανέκαμψαν ταχύτερα και επέστρεψαν σε υψηλά επίπεδα απασχόλησης, επιβεβαιώνοντας το διπλό όφελος τόσο στο επίπεδο της μακροοικονομικής ζήτησης όσο και στο επίπεδο της μικροοικονομικής προσφοράς. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, μια προσωρινή αύξηση της δημοσιονομικής αλληλεγγύης επέτρεψε στις χώρες που βρισκόταν υπό μεγάλη πίεση να διατηρήσουν μια επενδυτική δυναμική, ενώ τα προγράμματα προσωρινής απομάκρυνσης από την εργασία, τα οποία είχαν αποφέρει θαυμάσια αποτελέσματα κατά τη Μεγάλη Ύφεση, επεκτάθηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Έκτον, η δημογραφική εξέλιξη καθιστά τις κοινωνικές επενδύσεις ακόμη πιο επείγουσες. Η επιταχυνόμενη γήρανση του πληθυσμού δημιουργεί ελλείψεις εργατικού δυναμικού, οι οποίες καθιστούν τις επενδύσεις σε όλες τις φάσεις της ζωής – συμπεριλαμβανομένης της προσιτής στέγασης – απαραίτητες για τη διατήρηση υψηλών επιπέδων απασχόλησης και για τη συγκέντρωση της φορολογικής βάσης που θα χρηματοδοτήσει τις δημοφιλείς δεσμεύσεις: συντάξεις για τους ηλικιωμένους, εκπαίδευση και κατάρτιση για τους νέους, καθώς και ασφαλιστική κάλυψη και ενεργή πολιτική για την αγορά εργασίας για όσους βρίσκονται σε ηλικία εργασίας.
Έβδομον, τόσο η δημοσιονομική συζήτηση όσο και η πολιτική κινούνται υπέρ των κοινωνικών επενδύσεων. Όλο και περισσότερο αυξάνεται η υποστήριξη για να συνεισφέρουν περισσότερο οι πιο εύποροι· η δίκαιη φορολογία παραμένει τόσο δύσκολη όσο πάντα, αλλά σε επίπεδο γνώσης του ΟΟΣΑ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και της ΕΕ, κερδίζουν έδαφος οι προτάσεις για διεύρυνση της φορολογικής βάσης προς το κεφάλαιο και μακριά από την εργασία.
