Ilo: πού «κολλάει» η πρόοδος στην ποιότητα της εργασίας - έλλειμμα αξιοπρεπούς απασχόλησης
Μισοάδειο είναι το ποτήρι για τους εργαζόμενους το 2026, αν κρίνουμε από την τελευταία έκθεση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας – ILO (International Labour Organisation).
Μπορεί οι δείκτες της ανεργίας να εμφανίζονται σχετικά σταθεροί, αλλά η βελτίωση στην ποιότητα της απασχόλησης έχει επιβραδυνθεί εδώ και δύο δεκαετίες.
Όσο για τις χώρες τις Ευρώπης και ειδικά του ευρωπαϊκού Νότου όπου ανήκει η Ελλάδα, η ILO διακρίνει ότι πίσω από τη σχετική σταθερότητα των δεικτών ανεργίας και απασχόλησης, κρύβονται μεγάλες ανισότητες. Από τη μία εξακολουθούν να υπάρχουν ελλείψεις σε εργατικά χέρια, κυρίως σε εξειδικευμένα επαγγέλματα που απαιτούν και χειρωνακτική εργασία.
Σύμφωνα με την ILO τα επαγγέλματα με τις μεγαλύτερες ελλείψεις στην Ευρώπη είναι οι ηλεκτροσυγκολλητές, οι επαγγελματίες φροντίδας-νοσηλευτές, οι μάγειρες και οι ηλεκτρολόγοι. Από την άλλη, σε πολλούς επαγγελματικούς κλάδους υπάρχει πλεονάζουσα προσφορά εργασίας, κυρίως λόγω της αντικατάστασης θέσεων απασχόλησης από την τεχνολογία.
Σε πολλές χώρες, οι ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ και της παραγωγικότητας παραμένουν υποτονικοί, περιορίζοντας τη δυνατότητα βελτίωσης των συνθηκών εργασίας και σύγκλισης των βιοτικών επιπέδων με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες.
Η εικόνα διαφέρει από περιοχή σε περιοχή, ωστόσο το κοινό στοιχείο είναι ότι η αύξηση της παραγωγικότητας δεν μεταφράζεται αυτόματα σε καλύτερους μισθούς. Όπου λειτουργούν ισχυροί θεσμοί στην αγορά εργασίας, τα κέρδη παραγωγικότητας μπορούν να οδηγήσουν σε υψηλότερες αμοιβές και, μεσοπρόθεσμα, σε περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας. Σε αντίθετη περίπτωση, τα οφέλη συγκεντρώνονται και δεν διαχέονται στους εργαζόμενους.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η αύξηση των πραγματικών μισθών και του εργατικού εισοδήματος δεν έχει καταφέρει να αντισταθμίσει τις απώλειες που προκάλεσε το κύμα πληθωρισμού την περίοδο 2022–2024. Το μερίδιο της εργασίας στο συνολικό εισόδημα της οικονομίας διαμορφώθηκε στο 52,6% το 2025, παραμένοντας χαμηλότερο από το 53% του 2019, γεγονός που δείχνει ότι οι μισθοί δεν ακολούθησαν την άνοδο της παραγωγικότητας.
Ακόμη και στις ανεπτυγμένες οικονομίες, οι πραγματικοί μισθοί το 2024 παρέμεναν χαμηλότεροι από τα προ πανδημίας επίπεδα, όταν μετρώνται με βάση τον δείκτη τιμών καταναλωτή. Την ίδια στιγμή, οι επιχειρήσεις αντιμετώπιζαν υψηλότερο πραγματικό κόστος εργασίας με βάση τον δείκτη τιμών παραγωγού, αποτυπώνοντας τις αντιφάσεις μιας περιόδου όπου εργαζόμενοι και εργοδότες πιέζονται ταυτόχρονα, αλλά με διαφορετικούς όρους.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η ανάκαμψη βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας, το χάσμα αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό. Η αύξηση της απασχόλησης δεν συνοδεύεται πάντα από αντίστοιχη βελτίωση των αποδοχών, με αποτέλεσμα η εργασία να μην εγγυάται απαραίτητα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.
Η ΙLO επισημαίνει, ότι σε χώρες όπου ο πληθυσμός μειώνεται —μεταξύ αυτών και η Ελλάδα-— οι επιχειρήσεις τείνουν να περιορίζουν τις επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη, προβλέποντας χαμηλότερη εγχώρια ζήτηση στο μέλλον. Η εξέλιξη αυτή επιβραδύνει την αύξηση της παραγωγικότητας και υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα των οικονομιών.
