Η ιταλία βάζει εισιτήριο στις παραλίες
Ο υπερτουρισμός εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τις χώρες της Μεσογείου. Μετά την επιβολή φόρων διαμονής, τους περιορισμούς στις βραχυχρόνιες μισθώσεις και τα ανώτατα όρια επισκεπτών σε δημοφιλείς προορισμούς, η Ιταλία εφαρμόζει εδώ και δεκαετίες ένα διαφορετικό μοντέλο διαχείρισης των ακτών: την εκτεταμένη ιδιωτική εκμετάλλευση των παραλιών.
Την ώρα που η Ισπανία, όπως και η Ελλάδα, διατηρεί το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στις παραλίες ως βασική αρχή της νομοθεσίας της, στην Ιταλία περίπου το 45% του συνόλου των ακτών βρίσκεται υπό ιδιωτική διαχείριση μέσω των λεγόμενων concessioni balneari. Σε ορισμένες μάλιστα από τις δημοφιλέστερες τουριστικές περιοχές, όπως η Λιγουρία και η Εμίλια-Ρομάνια, οι ιδιωτικές παραχωρήσεις καλύπτουν έως και το 70% της ακτογραμμής, ενώ σε περιοχές της Τοσκάνης, όπως το Φόρτε ντέι Μάρμι, φτάνουν ακόμη και το 94%.
Πρόκειται για ένα μοντέλο που έχει ιστορικές ρίζες δεκαετιών. Το ιταλικό κράτος παραχωρεί τη διαχείριση τμημάτων των παραλιών σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, γνωστές ως bagni, οι οποίες οργανώνουν πλήρως τις παραλίες, προσφέροντας ξαπλώστρες, ομπρέλες, μπαρ, εστιατόρια, πισίνες, αθλητικές εγκαταστάσεις και κάθε είδους τουριστικές υπηρεσίες.
Η πρόσβαση στη θάλασσα στις περισσότερες από αυτές τις οργανωμένες παραλίες συνοδεύεται από αντίτιμο. Το κόστος για μία ομπρέλα και δύο ξαπλώστρες κυμαίνεται συνήθως από 30 έως 60 ευρώ ημερησίως, ανάλογα με τη θέση και τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Οι πρώτες σειρές δίπλα στη θάλασσα είναι οι ακριβότερες, ενώ οι πιο οικονομικές βρίσκονται στο πίσω μέρος της παραλίας.
Το σύστημα αποφέρει τεράστια έσοδα στον ιδιωτικό τομέα. Σύμφωνα με ιταλικά στοιχεία, ο συνολικός κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται παραλίες ανέρχεται σε περίπου 33 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Ωστόσο, το κράτος εισπράττει μόλις περίπου 115 εκατομμύρια ευρώ από τα μισθώματα των παραχωρήσεων, γεγονός που έχει προκαλέσει έντονη πολιτική αντιπαράθεση σχετικά με το κατά πόσο οι συμβάσεις αυτές εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Το ιταλικό μοντέλο επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η ελεγχόμενη πρόσβαση μπορεί να συμβάλει στη μείωση του υπερτουρισμού στις πιο επιβαρυμένες παραλίες. Οι υποστηρικτές του υποστηρίζουν ότι οι οργανωμένες παραλίες προσφέρουν υψηλότερη ποιότητα υπηρεσιών, καλύτερη ασφάλεια, καθαριότητα και αποτελεσματικότερη διαχείριση των επισκεπτών.
Ωστόσο, οι επικριτές κάνουν λόγο για ουσιαστική ιδιωτικοποίηση ενός δημόσιου αγαθού. Τα τελευταία χρόνια ενισχύεται στην Ιταλία το κίνημα υπέρ των λεγόμενων spiagge libere, δηλαδή των ελεύθερων δημόσιων παραλιών χωρίς χρέωση. Οργανώσεις όπως η Mare Libero καταγγέλλουν ότι σε πολλές περιοχές η εύρεση ελεύθερου χώρου για μπάνιο έχει εξελιχθεί σε δύσκολη υπόθεση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η παραθαλάσσια περιοχή Gatteo a Mare στην Αδριατική, όπου μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχε ούτε ένα μέτρο δημόσιας παραλίας. Σήμερα οι ελεύθερες ακτές αντιστοιχούν μόλις στο 1,4% της συνολικής παραλίας, δηλαδή περίπου δέκα μέτρα σε ακτογραμμή 700 μέτρων.
Η κατάσταση αυτή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό της Ιταλίας, με πολλές δημοτικές αρχές να πιέζονται να αυξήσουν τα τμήματα ελεύθερης πρόσβασης.
Σε αντίθεση με την Ιταλία, τόσο η Ελλάδα όσο και η Ισπανία διαθέτουν αυστηρό θεσμικό πλαίσιο που προστατεύει τον δημόσιο χαρακτήρα των παραλιών (θεωρητικά τουλάχιστον).
