Η ήττα του ορμπανισμού δείχνει το μέλλον του μητσοτακισμού
Ο Βίκτορ Όρμπαν έμοιαζε να είναι αμετακίνητος στη θέση του στην Ουγγαρία. Σε τελική ανάλυση, είχε καταφέρει να κερδίσει αλλεπάλληλες εκλογές, είχε ελέγξει το κράτος, είχε κατορθώσει να χειραγωγήσει τη δικαιοσύνη, είχε εξασφαλίσει ότι τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης τον υποστήριζαν. Επιπλέον, είχε καταφέρει να κατοχυρώσει μια θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παζαρεύοντας τη συναίνεση της Ουγγαρίας σε κρίσιμες επιλογές, και βέβαια ήταν ο αγαπημένος ηγέτης στην Ευρώπη του Ντόναλντ Τραμπ, κάτι που αποτελούσε και το αντίβαρο στην επιμονή του Όρμπαν να διαχωρίζεται από τη θέση της υπόλοιπης Ευρώπης σε σχέση με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Και φυσικά ήταν ένα ίνδαλμα της Ακροδεξιάς και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Ωστόσο, ο Όρμπαν μόλις έχασε τις εκλογές. Τις έχασε από ένα πρώην μέλος του κόμματος που κατάφερε να δημιουργήσει ένα κίνημα ενάντια στην επανεκλογή του, πρωτίστως πατώντας πάνω στα εκτεταμένα κρούσματα διαφθοράς που κυριαρχούσαν στα πολιτικά πράγματα της Ουγγαρίας. Τις έχασε γιατί η ουγγρική οικονομία δεν τα πήγαινε και τόσο καλά και η κοινωνία ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένη γι’ αυτό. Και τις έχασε γιατί η ουγγρική κοινωνία προτιμά να είναι με την Ευρώπη, με όλα τα προβλήματά της, παρά με τη Ρωσία, τον Τραμπ και τον Νετανιάχου.
Πάνω από όλα ο Βίκτορ Όρμπαν έχασε τις εκλογές γιατί είχε πάψει να λειτουργεί ως μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση χάνοντας επί της ουσίας τη λαϊκή νομιμοποίηση, και, αντιθέτως, είχε μεταβληθεί σε ένα καθεστώς, μια αυταρχική μορφή διακυβέρνησης με δημοκρατική επικάλυψη αλλά καμιά δημοκρατική λογική και ουσία. Και με όλα τα προβλήματα που ακολουθούν ένα τέτοιο καθεστώς: αδυναμία να ανταποκριθεί σε κοινωνικές ανάγκες, διαφθορά, εργαλειοποίηση των θεσμών.
Και αυτό που συνέβη στον Βίκτορ Όρμπαν είναι ένα μάθημα για κάθε κυβέρνηση που πιστεύει ότι πλέον δεν οφείλει να λογοδοτεί στην κοινωνία, για κάθε κυβέρνηση που έχει γίνει πια καθεστώς. Γιατί δείχνει ότι κάποια στιγμή υπάρχει ένα όριο για κάθε κυβέρνηση, ένα όριο που αφορά το πόσα μπορεί να ανεχτεί μια κοινωνία, ένα όριο που όταν ξεπεραστεί, τότε θα εμφανιστεί και η εναλλακτική λύση και θα γίνει πράξη η πολιτική αλλαγή.
Γίνεται εύκολα αντιληπτό γιατί ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να πανηγυρίσει, μαζί με άλλους Ευρωπαίους ηγέτες, ακριβώς για να δείξει ότι συμμερίζεται το ευρύτερο κλίμα ανακούφισης για την αλλαγή στην Ουγγαρία, αλλά θα ήταν καλό να συνειδητοποιήσει ότι αυτό που έγινε στην Ουγγαρία είναι ιδιαίτερα διδακτικό και να το λάβει υπόψη σαν μια προειδοποίηση.
Για όλους αυτούς τους λόγους και σε πείσμα όλων των μεγάλων διαφορών που υπάρχουν ανάμεσα στις δύο χώρες, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ανήκαν σε διαφορετικούς συνασπισμούς στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, είναι σαφές ότι το μεγαλύτερο λάθος που θα μπορούσαν να κάνουν στη Νέα Δημοκρατία – λάθος που ήδη κάνουν διάφορα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ – είναι να δουν στις εξελίξεις στην Ουγγαρία τη δικαίωση της δικής τους πολιτικής ή – ακόμη χειρότερα – κάποιο προμήνυμα της δικής τους εκλογικής νίκης.
