Σκάνδαλο υποκλοπών: pegasus, predator και τα ερωτήματα πληθαίνουν μετά τις αποκαλύψεις για τον κούλογλου
Τέσσερα χρόνια μετά τις πρώτες αποκαλύψεις που συγκλόνισαν την ελληνική πολιτική σκηνή, το σκάνδαλο των υποκλοπών όχι μόνο δεν έχει κλείσει, αλλά αποκτά νέα διάσταση. Οι τελευταίες αποκαλύψεις του Citizen Lab του Πανεπιστημίου του Τορόντο, σύμφωνα με τις οποίες ο δημοσιογράφος και πρώην ευρωβουλευτής Στέλιος Κούλογλου υπήρξε θύμα του κατασκοπευτικού λογισμικού Pegasus, επαναφέρουν με ένταση το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο από το 2022: ποιος παρακολουθούσε ποιον και με ποιο σκοπό;
Η νέα αποκάλυψη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή αφορά έναν άνθρωπο που, ως μέλος της Επιτροπής PEGA του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συμμετείχε στην έρευνα για τη χρήση παράνομων λογισμικών παρακολούθησης στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επί της ουσίας δηλαδή εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την παρακολούθηση ενός ατόμου, αλλά ενός ευρωβουλευτή που συμμετείχε σε Επιτροπή της Ε.Ε. η οποία αφενός πήρε το όνομά της από το λογισμικό παρακολούθησης Pegasus της ισραηλινής εταιρείας NSO, αφετέρου η παρακολούθησή του έγινε με το συγκεκριμένο λογισμικό!
Το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες που εμπορεύονται τέτοια λογισμικά έχουν συνάψει συμφωνίες με κρατικές οντότητες και κρατικές υπηρεσίες ασφάλειας και καταστολής, κάνει το πράγμα ακόμα πιο ενδιαφέρον. Ποιός είχε συμφέρον να παρακολουθήσει τον Έλληνα Ευρωβουλευτή και μέσω αυτού τις συνομιλίες του με άλλα μέλη της Επιτροπής PEGA;
Η ιστορία των υποκλοπών στην Ελλάδα δεν ξεκίνησε, βέβαια, με τον Κούλογλου. Το καλοκαίρι του 2022 αποκαλύφθηκε ότι ο τότε ευρωβουλευτής και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης είχε δεχθεί απόπειρα παγίδευσης του κινητού του τηλεφώνου μέσω του λογισμικού Predator, ενώ παράλληλα είχε τεθεί υπό νόμιμη επισύνδεση από την ΕΥΠ. Η αποκάλυψη προκάλεσε πολιτικό σεισμό. Ακολούθησαν οι παραιτήσεις του διοικητή της ΕΥΠ Παναγιώτη Κοντολέοντος και του γενικού γραμματέα του Πρωθυπουργού Γρηγόρη Δημητριάδη, γεγονός που ανέδειξε τη σοβαρότητα της κρίσης.
Στη συνέχεια ήρθαν στο φως δεκάδες ακόμη περιπτώσεις δημοσιογράφων, πολιτικών, επιχειρηματιών, στρατιωτικών και κρατικών λειτουργών που είτε παρακολουθήθηκαν είτε εμφανίστηκαν σε λίστες πιθανών στόχων του λογισμικού Predator ενώ ταυτόχρονα αρκετοί απ’ αυτούς υπήρξαν και στόχοι παρακολούθησης από την ΕΥΠ.
Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ευρωπαϊκών θεσμών, διεθνών οργανώσεων και οργανισμών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συγκρότησε ειδική επιτροπή για τη διερεύνηση της χρήσης των κατασκοπευτικών λογισμικών, ενώ οργανώσεις όπως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα και η Διεθνής Αμνηστία εξέφρασαν έντονο προβληματισμό για την προστασία της ιδιωτικότητας και της ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα.
Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει από την πρώτη στιγμή αρνηθεί οποιαδήποτε σχέση με τη χρήση παράνομων λογισμικών. Υποστηρίζει ότι η ΕΥΠ ουδέποτε προμηθεύτηκε ή χρησιμοποίησε Predator ή κάποιο άλλο παράνομο λογισμικό και ότι οι νόμιμες επισυνδέσεις πραγματοποιούνται αποκλειστικά στο πλαίσιο που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία και για λόγους εθνικής ασφάλειας. Παράλληλα, επισημαίνει ότι μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου προχώρησε σε αλλαγές του θεσμικού πλαισίου, ενισχύοντας τις διαδικασίες ελέγχου και απαγορεύοντας την εμπορία και κατοχή κατασκοπευτικών λογισμικών στην Ελλάδα. Τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα επανέλαβε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην τελευταία του συνέντευξη στο liberal.gr.
Παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις όμως, η κυβέρνηση δεν έχει πείσει ότι δεν είχε σχέση με το θέμα και τους επιχειρηματίες της Intellexa. Αυτό αποδεικνύεται από τις συνεχόμενες δηλώσεις του πρωτόδικα καταδικασμένου Ταλ Ντίλιαν, ο οποίος έχει βάλει στο στόχαστρο τόσο το Μαξίμου όσο και την ΕΥΠ.
Βέβαια, η κυβέρνηση ουδέποτε έδωσε σαφείς απαντήσεις για το πως επέτρεψε την εξαγωγή του κακόβουλου λογισμικού σε τρίτες χώρες μέσω αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών. Ούτε έδωσε απαντήσεις για το γεγονός ότι η εταιρεία Intellexa (πωλήτρια του Predator) εμφανίζεται να συμμετέχει σε διαγωνισμούς του Δημοσίου ως μέλος κοινοπραξίας.
Το επιχείρημα ότι επ’ αυτών έχει επιληφθεί η Δικαιοσύνη είναι εξαιρετικά έωλο και αποδείχθηκε από την πρόχειρη έρευνα του Άρειου Πάγου και ειδικότερα την κίνηση του απερχόμενου εισαγγελέα κ. Τζαβέλλα να αρχειοθετησει την υπόθεση, παρά το γεγονός ότι πρόεδρος και εισαγγελέας του μονομελούς πλημμελειοδικείου Αθηνών έκριναν πως απ’ τη δίκη των υποκλοπών προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατασκοπείας που η Δικαιοσύνη οφείλει να διερευνήσει.
