Η κοινωνία ξέρει πολύ καλά πότε μια κυβέρνηση την κοροϊδεύει
Η ελληνική κοινωνία είναι αντιμέτωπη με μια αύξηση στις τιμές των καυσίμων που κάνει κάθε επίσκεψη στο βενζινάδικο μια όλο και πιο οδυνηρή εμπειρία.
Πράγμα λογικό εάν αναλογιστούμε ότι η μέση τιμής της αμόλυβδης βενζίνης έχει εκτοξευτεί στα 2,207 ευρώ ανά λίτρο από 1,751 ευρώ ανά λίτρο που ήταν στις 27 Φεβρουαρίου, πριν ξεκινήσει ο πόλεμος κατά του Ιράν, και η μέση τιμή του πετρελαίου 2,214 ευρώ ανά λίτρο από 1,565 ευρώ. Αυτό σημαίνει μια αύξηση 0,649 ευρώ ανά λίτρο για το πετρέλαιο κίνησης και 0,456 ευρώ ανά λίτρο για την αμόλυβδη βενζίνη.
Η αύξηση της αμόλυβδης βενζίνης είναι κάτι που το νιώθουμε όλοι μας, η αύξηση του πετρελαίου κίνησης μεταφράζεται και σε κόστος μεταφοράς και το βλέπουμε σε αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου.
Και τι ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός; Ότι θα μειώσει κατά περίπου 0,20 ευρώ ανά λίτρο την τιμή του πετρελαίου κίνησης, μέσα από μια επιδότηση 0,15 ευρώ ανά λίτρο, ενώ τα διυλιστήρια θα συνεχίσουν να προσφέρουν μία μικρή έκπτωση ανά λίτρο στις εταιρείες πετρελαιοειδών για την αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων και το πετρέλαιο κίνησης.
Τι σημαίνουν όλα αυτά: ότι το πετρέλαιο κίνησης θα παραμείνει πάνω από τα 2 ευρώ, με την προοπτική να ανέβει ακόμη περισσότερο, εάν υπάρξει οποιαδήποτε επιδείνωση στα γεωπολιτικά, την ώρα που η βενζίνη θα συνεχίσει να ανεβαίνει.
Και η απάντηση είναι απλή: η κυβέρνηση είναι δεσμευμένη σε αυτή την πολιτική, τόσο ως προς τα συμφέροντα τα οποία εκπροσωπεί, όσο και ως προς τη δημοσιονομική πολιτική. Αυτό σημαίνει, από τη μια, ότι αρνείται πεισματικά να περιορίσει τα κέρδη των διυλιστηρίων – που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όσο αυξάνουν οι τιμές, τόσο αυξάνουν και τα κέρδη τους, ακριβώς επειδή η αντίληψή της για τη στήριξη της επιχειρηματικότητας δεν περιλαμβάνει κανενός είδους παρέμβαση που θα μπορούσε ταυτόχρονα να προστατέψει την κοινωνία. Από την άλλη, έχει επενδύσει πολιτικά στα υπερπλεονάσματα όχι μόνο π.χ. για να δοκιμάσει την πρόωρη αποπληρωμή του χρέους, αλλά και για να κατοχυρώσει ότι είναι μια κυβέρνηση της δημοσιονομικής αποτελεσματικότητας, θεωρώντας ότι αυτό προσδίδει κύρος εντός της ΕΕ και στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και στον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και νυν επικεφαλής του Eurogroup Κυριάκο Πιερρακάκη.
Ως αποτέλεσμα, παρότι υπάρχει πραγματικός δημοσιονομικός χώρος, η κυβέρνηση δεν προχωρά στο αυτονόητο: να μειώσει συγκυριακά τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωση και με αυτό τον τρόπο να μειώσει σημαντικά το κόστος των καυσίμων για τον καταναλωτή. Ένα μέτρο που όπως έχει πολλές φορές γραφτεί μπορεί να εφαρμοστεί εντός του πλαισίου της ΕΕ, αρκεί να υπάρχει η απαραίτητη πολιτική βούληση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μόνο που είπε ότι θα κάνει ο πρωθυπουργός είναι να ζητήσει δημοσιονομική ευελιξία από την ΕΕ, παρότι αυτό θα μπορούσε να το κάνει εδώ και μήνες…
Σε όλα αυτά προστίθεται κάτι ακόμη: η κυβέρνηση φοβάται ότι εάν αρχίσει τώρα να υποχωρεί απέναντι στην κοινωνική πίεση, μετά θα είναι ολοένα και πιο ευάλωτη σε απαιτήσεις από την κοινωνία. Αυτό θα την οδηγεί όχι μόνο στο να υποχρεώνεται να παίρνει μέτρα για να αντιμετωπίσει την ακρίβεια, αλλά ταυτόχρονα θα δέχεται και την κριτική ως προς το γιατί δεν πήρε τέτοια μέτρα νωρίτερα. Και αυτό κάθε άλλο παρά θα ταιριάζει με την εικόνα μιας κυβέρνησης που μόνο αυτή έχει τις λύσεις για τα προβλήματα και οτιδήποτε άλλο θα ήταν καταστροφή. Κάτι που με τη σειρά του θα σπρώχνει την κυβέρνηση στο να υπαναχωρεί από το να πάρει τελικά μέτρα, σε μια προσπάθεια τουλάχιστον να φανεί συνεπής στην πολιτική της, με την κοινωνία να πληρώνει το κόστος.
