Πλατιάς στο in: πώς η στρατηγική του κατευνασμού αυξάνει τον κίνδυνο πολέμου με την τουρκία

Πλατιάς στο in: πώς η στρατηγική του κατευνασμού αυξάνει τον κίνδυνο πολέμου με την τουρκία

Χρόνος ανάγνωσης: 4 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Οι πρόσφατες κινήσεις δείχνουν ότι η Άγκυρα ανεβάζει το κατώφλι της έντασης, επειδή θεωρεί ότι το σημερινό περιφερειακό περιβάλλον την ευνοεί. Η Τουρκία θεωρεί ότι έχει αναβαθμιστεί στρατηγικά, ότι η στρατιωτική της ισχύς βρίσκεται στο απόγειο, ότι η Μέση Ανατολή αναδιατάσσεται κατά τρόπο που αυξάνει τη δική της γεωπολιτική σημασία και ότι οι σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποκτήσει βάθος. Συνεπώς, η Άγκυρα εκτιμά ότι διαθέτει μεγάλο περιθώριο να δοκιμάζει τις ελληνικές αντιδράσεις χωρίς να πληρώνει σημαντικό κόστος για αυτό.

Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ορθώς επισημαίνει ότι πολλές από τις τουρκικές ενέργειες στερούνται νομικής βάσης. Το πρόβλημα είναι ότι στη διεθνή πολιτική υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο de jure και στο de facto. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο αν μια ενέργεια έχει νομικό έρεισμα. Είναι αν μεταβάλλει την ελληνική συμπεριφορά ή τη συμπεριφορά τρίτων. Εκεί βρίσκεται το στρατηγικό αποτέλεσμα.

Στο διεθνές σύστημα δεν υπάρχει κεντρική αρχή επιβολής του δικαίου αντίστοιχη με εκείνη της εσωτερικής έννομης τάξης. Εάν ένα κράτος δεν έχει τη βούληση και την ικανότητα να υπερασπιστεί την κυριαρχία του, δεν θα το κάνει κανείς άλλος για λογαριασμό του. Η κυριαρχία γίνεται έτσι ένα πουκάμισο αδειανό.

Οι δίαυλοι επικοινωνίας πάντως πρέπει να παραμείνουν ανοικτοί. Οι χώρες που βρίσκονται σε κατάσταση αντιπαλότητας χρειάζονται τον διάλογο , ακριβώς για να αποτρέπουν λανθασμένους υπολογισμούς και να καθίστανται σαφείς οι κόκκινες γραμμές της κάθε πλευράς. Όμως ο διάλογος δεν αποτελεί υποκατάστατο της αποτροπής. Και εδώ η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να είχε κάνει πολύ περισσότερα για την ενίσχυση των ενόπλων της δυνάμεων ώστε να εκμεταλλευτεί την ύφεση.

Η σωστή ελληνική στρατηγική θα πρέπει να είναι διάλογος με ταυτόχρονη ενίσχυση των σκληρών δεικτών ισχύος: στρατιωτικής, τεχνολογικής, οικονομικής και διπλωματικής. Εάν κάθε φορά που η Τουρκία απειλεί με κλιμάκωση η Ελλάδα αποφεύγει να ασκήσει ένα νόμιμο δικαίωμα της, τότε η αποκλιμάκωση μετατρέπεται σε μηχανισμό στρατηγικού ευνουχισμού.

Ακούγεται συχνά στην Αθήνα ότι ο κατευνασμός μάς εξασφάλισε πενήντα χρόνια ειρήνης. Άρα η στρατηγική αυτή ήταν εκ του αποτελέσματος πετυχημένη. Δεν συμφωνώ με αυτή την λογική. Ο κατευνασμός σηματοδοτεί αδυναμία και έχει ιστορικά ενθαρρύνει την Άγκυρα να αυξήσει τις διεκδικήσεις της. Το πρόβλημα είναι με την στρατηγική του κατευνασμού είναι ότι κάποια στιγμή η Ελλάδα θα αναγκαστεί να χαράξει μια κόκκινη γραμμή — για παράδειγμα σε ζήτημα κυριαρχίας ελληνικών νησιών. Τότε ο κίνδυνος πολέμου θα είναι μεγαλύτερος, ακριβώς επειδή η άλλη πλευρά θα έχει εθιστεί στην ελληνική υποχωρητικότητα.

Υπάρχει και το επιχείρημα ότι, εάν είχαμε κλείσει τις διαφορές πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια, δεν θα υπήρχαν σήμερα προβλήματα. Αλλά και η Συνθήκη της Λωζάννης πριν ένα αιώνα είχε κλείσει ζητήματα τα οποία η Τουρκία επαναφέρει σήμερα γιατί θεωρεί ότι ο συσχετισμός ισχύος έχει μεταβληθεί υπέρ της . Οι συνθήκες αποτυπώνουν έναν συγκεκριμένο συσχετισμό ισχύος. Όταν αυτός αλλάζει, εμφανίζεται συχνά πυκνά ο αναθεωρητισμός. Γι’ αυτό η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από την ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος εάν θέλει να διατηρήσει την ειρήνη, την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της.

Η Συμφωνία της Μέκκας είναι σημαντική λιγότερο για το τι υποχρεώνει σήμερα τις τρεις χώρες να κάνουν και περισσότερο για αυτό που αποκαλύπτει για τη νέα Μέση Ανατολή.

Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν συμφώνησαν ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Πρόκειται για ιδιαίτερα φιλόδοξη ρήτρα συλλογικής άμυνας, ενώ η συμφωνία προβλέπει ευρύτερη ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας.

Δεν πρόκειται, όμως, για ένα νέο ΝΑΤΟ. Και ο λόγος είναι απλός: τα τρία κράτη δεν έχουν τον ίδιο κύριο αντίπαλο. Η Σαουδική Αραβία φοβάται πρωτίστως το Ιράν – και τους δορυφόρους του Χούθι. Για την Τουρκία, ο σημαντικότερος περιφερειακός ανταγωνιστής είναι το Ισραήλ. Για το Πακιστάν, ο υπαρξιακός αντίπαλος παραμένει η Ινδία. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τουρκικές δυνάμεις να πολεμούν το Ιράν για χάρη της Σαουδικής Αραβίας, σαουδαραβικές δυνάμεις να εμπλέκονται στο Κασμίρ ή το Ριάντ να συμμετέχει σε μια ενδεχόμενη τουρκοϊσραηλινή σύγκρουση.