Η Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης παρότι οι μισθοί αυξάνονται

Η Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης παρότι οι μισθοί αυξάνονται

Η Ελλάδα αυξάνει τον κατώτατο μισθό με ρυθμούς που, σε πρώτη ανάγνωση, δείχνουν βελτίωση του εισοδήματος, στην πράξη, όμως, η χώρα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε όρους αγοραστικής δύναμης, μαζί με την Βουλγαρία.

Σε όρους αγοραστικής δύναμης, ο κατώτατος μισθός της χώρας δεν ανταγωνίζεται τις οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης

Η αύξηση του κατώτατου μισθού αποτέλεσε το βασικό εργαλείο ενίσχυσης του εισοδήματος τα τελευταία χρόνια. Σε πραγματικούς όρους, μάλιστα, ο κατώτατος μισθός το 2023 βρίσκεται 5,9% υψηλότερα από το επίπεδο του 2000. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι οι παρεμβάσεις είχαν αποτέλεσμα στο χαμηλότερο άκρο της αγοράς εργασίας.

Η εικόνα αλλάζει, όμως, όταν εξεταστεί η καθημερινότητα των εργαζομένων. Οι αυξήσεις στο κόστος ζωής δεν ήταν ομοιόμορφες. Τα τρόφιμα και η στέγαση, δηλαδή οι βασικές κατηγορίες δαπανών για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, αυξήθηκαν με ρυθμούς που προσεγγίζουν ή και ξεπερνούν την αύξηση του κατώτατου μισθού. Αυτό σημαίνει ότι, παρότι ονομαστικά το εισόδημα ενισχύεται, στην πράξη η δυνατότητα κατανάλωσης παραμένει περιορισμένη.

Η θέση της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κατάταξη επιβεβαιώνει αυτή την εικόνα. Σε όρους αγοραστικής δύναμης, ο κατώτατος μισθός της χώρας δεν ανταγωνίζεται τις οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης, αλλά συγκλίνει με τις χαμηλότερες της Ένωσης. Η σύγκλιση αυτή δεν αφορά μόνο τους αριθμούς, αλλά και το επίπεδο ζωής.

Το πιο κρίσιμο εύρημα της νεας τριμηνιαίας έκθεσης που εκπονήθηκε από το IOBE με υποστήριξη της Cepal, δεν αφορά τον κατώτατο μισθό, αλλά τον μέσο. Ο πραγματικός μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα παραμένει χαμηλότερος κατά 12,4% σε σχέση με το 2000, μετά από σωρευτική πτώση 30% την περίοδο 2010-2023. Δηλαδή, παρά την ανάκαμψη της απασχόλησης και τις αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, το συνολικό επίπεδο αποδοχών δεν έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα.

Η εξέλιξη αυτή έχει άμεσες επιπτώσεις στην οικονομία. Όταν η πλειονότητα των εργαζομένων κινείται κοντά στον κατώτατο μισθό, η συνολική αγοραστική δύναμη παραμένει ασθενής, ακόμη και αν οι δείκτες απασχόλησης βελτιώνονται.

Η περίοδος μετά το 2022 χαρακτηρίστηκε από έντονες πληθωριστικές πιέσεις, που συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την ενεργειακή κρίση και τις ανατιμήσεις που ακολούθησαν τον πόλεμο στην Ουκρανία. Οι αυξήσεις αυτές δεν επηρέασαν όλους το ίδιο.

Έτσι, η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν μετατρέπεται σε αντίστοιχη αύξηση διαθέσιμου εισοδήματος. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί απλώς ως μηχανισμός αντιστάθμισης της ακρίβειας.

Η ασθενής αγοραστική δύναμη έχει άμεσο αντίκτυπο στην κατανάλωση. Αυτό δημιουργεί ένα ευρύτερο πρόβλημα καθώς η ανάπτυξη βασίζεται περισσότερο σε ονομαστικές αυξήσεις τιμών και λιγότερο σε πραγματική αύξηση όγκου κατανάλωσης. Τα δημόσια έσοδα, ιδίως από ΦΠΑ, εξαρτώνται έτσι περισσότερο από τον πληθωρισμό παρά από την πραγματική οικονομική δραστηριότητα.