Ελληνική οικονομία: τα σενάρια για την κρίση στη μέση ανατολή και οι αντοχές του αεπ

Ελληνική οικονομία: τα σενάρια για την κρίση στη μέση ανατολή και οι αντοχές του αεπ

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Η εικόνα στο πεδίο έχει αρχίσει να αλλάζει με επιχειρήσεις με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια να υπολογίζουν ξανά τα κόστη τους σε εβδομαδιαία βάση, οι μεταφορικές χρεώσεις ανεβαίνουν, τα περιθώρια συρρικνώνονται και η συζήτηση για νέες επενδύσεις γίνεται πιο προσεκτική. Στον τουρισμό, οι κρατήσεις κινούνται, αλλά με αυξημένο λειτουργικό κόστος που περιορίζει τα καθαρά έσοδα. Στην αγορά η κατανάλωση κρατιέται, όμως στηρίζεται σε εισόδημα που πιέζεται διαρκώς από τον πληθωρισμό. Το πρόβλημα όσο περνάει ο καιρός , αθροίζεται και η λύση μοιάζει όλο και πιο δύσκολη.

Στην επίσημη εικόνα η ανάπτυξη κοντά στο 2% διατηρείται, οι επενδύσεις ενισχύονται, η απασχόληση παραμένει σε θετική τροχιά και ο τουρισμός λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός εισροής εσόδων. Η δυναμική αυτή στηρίζεται σε μια συνδυαστική λειτουργία πολλών παραγόντων, όπως είναι τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης, η συνεχιζόμενη εισροή επενδύσεων, η βελτιωμένη εικόνα της αγοράς εργασίας και η συγκρατημένη, αλλά σταθερή κατανάλωση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομία συνεχίζει να απορροφά τους κραδασμούς. Οι επιχειρήσεις μετακυλίουν μέρος του κόστους, αλλά διατηρούν τη δραστηριότητά τους. Ο τουρισμός καλύπτει μέρος του εξωτερικού ελλείμματος. Η κατανάλωση παραμένει ενεργή, έστω και με μικρότερα περιθώρια. Το σύστημα λειτουργεί, αλλά χωρίς πλεονάζουσα αντοχή.

Ο μεγάλος κίνδυνος πλέον για τις οικονομίες είναι η διάρκεια της κρίσης. Το κόστος ενέργειας μεταφέρεται πρώτα στις μεταφορές, μετά στη βιομηχανία, στη συνέχεια στο εμπόριο και τελικά στον καταναλωτή. Αυτό σημαίνει οτι οι  επιχειρήσεις λειτουργούν με αυξημένο κόστος και τα περιθώρια κέρδους περιορίζονται. Οι αποφάσεις για νέες επενδύσεις μετατίθενται χρονικά ή επαναξιολογούνται και η τραπεζική χρηματοδότηση γίνεται πιο επιλεκτική, όσο αυξάνεται το συνολικό ρίσκο.

Η κατανάλωση στην αγορά αρχίζει να εμφανίζει τα πρώτα σημάδια κόπωσης, ειδικά από την στιγμή που η ακρίβεια δεν περιορίζεται στην ενέργεια, αλλά διαχέεται σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Η αύξηση των μισθών δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει πλήρως την απώλεια αγοραστικής δύναμης και το διαθέσιμο εισόδημα πιέζεται, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να εμφανίζονται πολύ συγκρατημένοι. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο η ανάπτυξη δεν θα βυθιστεί απότομα, αλλά θα παρουσιαστεί σταδιακή υποχώρηση. Τα σενάρια που εξετάζονται στο παρασκήνιο τοποθετούν τον ρυθμό χαμηλότερα από τις αρχικές εκτιμήσεις, με την απόκλιση να εξαρτάται κυρίως από τη διάρκεια της κρίσης.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η πραγματική ένταση μεταφέρεται στο δημοσιονομικό πεδίο, με τις παρεμβάσεις που έχουν ήδη γίνει να έχουν περιορίσει σημαντικά τον διαθέσιμο χώρο. Τα περιθώρια για νέα μέτρα είναι μικρά και δεν επιτρέπουν μεγάλες κινήσεις. Κάθε απόφαση συνδέεται πλέον με το αν “αγοράζει” περισσότερο χρόνο. Η κυβέρνηση και ο υπουργός Οικονομικών έχουν επισημάνει πολλές φορές οτι οι παρεμβάσεις σχεδιάζονται με στόχο να είναι στοχευμένες και προσωρινές, ώστε να μην δημιουργούν μόνιμες επιβαρύνσεις. Αυτό σημαίνει οτι ο δημοσιονομικός χώρος παραμένει ελεγχόμενος, αλλά με αυτό τον τρόπο περιορίζεται η ευελιξία.

Ταυτόχρονα, η προσοχή στρέφεται και στις αγορές. Το κόστος δανεισμού παραμένει σε διαχειρίσιμα επίπεδα, αλλά η αβεβαιότητα λειτουργεί ως παράγοντας πίεσης. Οι εξελίξεις στη νομισματική πολιτική και οι προσδοκίες για τα επιτόκια επηρεάζουν άμεσα τις συνθήκες χρηματοδότησης. Η διατήρηση της αξιοπιστίας αποτελεί βασική προτεραιότητα, καθώς συνδέεται με το συνολικό εύρος των επιλογών.

Η ελληνική οικονομία κινείται πλέον σε πολλαπλές ταχύτητες. Ο τουρισμός συνεχίζει να αποτελεί βασικό στήριγμα, αλλά λειτουργεί με αυξημένο κόστος. Οι επιχειρήσεις του κλάδου διαχειρίζονται υψηλότερες δαπάνες ενέργειας και μεταφορών, γεγονός που επηρεάζει τα περιθώρια κέρδους. Οι επενδύσεις παραμένουν ενεργές, κυρίως λόγω των ευρωπαϊκών πόρων και των μεγάλων έργων που βρίσκονται σε εξέλιξη. Παράλληλα, όμως, εμφανίζεται μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα σε νέα εγχειρήματα, ειδικά σε κλάδους με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση.

Η αγορά καταγράφει τη μεγαλύτερη ευαισθησία. Η κατανάλωση συνεχίζει, αλλά με αυξημένη προσοχή και οι επιχειρήσεις προσαρμόζουν την τιμολογιακή τους πολιτική, ενώ τα νοικοκυριά αναθεωρούν τις δαπάνες τους. Η μεταβολή μοιάζει να είναι σταδιακή, αλλά διαρκής.