«μπλόκο» από το στε για τις κατασχέσεις μοναδικής κατοικίας από χρέη στο δημόσιο
Διπλό τείχος προστασίας της πρώτης κατοικίας για οφειλές προς το δημόσιο υψώνει με απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας δημιουργώντας νέα δεδομένα.
Οι ανώτατοι δικαστές επί της ουσίας έκριναν πριν από την κατάσχεση της μοναδικής κατοικίας του οφειλέτη, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να έχουν ελέγξει και τεκμηριωμένα να έχουν αποκλείσει ότι υπάρχει άλλη περιουσία προς ικανοποίηση της οφειλής. Και επιπλέον, προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της σημαντικής αυτής απόφασης, καθώς δίνουν τη δυνατότητα ακόμα και για ακύρωση του πλειστηριασμού του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη.
Σύμφωνα με τους συμβούλους Επικρατείας, δεν μπορεί να κατασχεθεί και να περιληφθεί σε πρόγραμμα πλειστηριασμού, η οικογενειακή κατοικία οφειλέτη, εφόσον έχει και άλλα περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να ικανοποιήσουν το ύψος της οφειλής.
Η απόφαση του ΣτΕ καταλαμβάνει όλες εκείνες τις περιπτώσεις οφειλών πολιτών προς το Δημόσιο, τις Δ.Ο.Υ., τους ΟΤΑ, τα ασφαλιστικά Ταμεία, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, κ.λπ. Δηλαδή, καταλαμβάνει όλες εκείνες τις οφειλές που εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).
Η υπόθεση που έφτασε μέχρι το ΣτΕ αφορούσε πλειστηριασμό ακινήτου στο Μοσχάτο, ιδιοκτησίας κατά το ήμισυ, διευθύνοντα συμβούλου Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρείας, λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών της εταιρείας προς το Δημόσιο, ύψους 142.917 ευρώ.
Το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την ανακοπή και ακυρώθηκε το πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού, κρίνοντας ότι η έκδοση του προγράμματος αντέκειτο στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας.
Στην συνέχεια το Δημόσιο άσκησε έφεση και το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών την απέρριψε ως αβάσιμη. Όμως, το Δημόσιο προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο ζητώντας να αναιρεθεί η εφετειακή απόφαση, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας του Συντάγματος, του ΚΕΔΕ και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
Μάλιστα, η παρανομία δεν αφορά μόνο την κατασχετήρια έκθεση, αλλά και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας των πλειστηριασμών.
